Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Οι απαντήσεις του αναλυτή: Επιθυμία και Ορθοέπεια

- Τι έχω γιατρέ;
- Μιλήστε
(σιωπή)
- Ποιο φάρμακο, κυρία μου ;
(σιωπή)
- Τι πρέπει να κάνω;
( τομή)
- Πόσο χρόνο θα διαρκέσει ;
- Συνεχίστε

Η απάντηση του ψυχαναλυτή διαφοροποιείται απ’ αυτήν της επιστήμης (τουλάχιστον εκείνης που ενσωματώθηκε από τον κυρίαρχο λόγο του καπιταλιστή) εφόσον παίρνει υπόψη το υποκείμενο της επιθυμίας το οποίο εκείνη απορρίπτει. Διαφοροποιείται επίσης από τη θρησκεία και τα τελετουργικά της γιατί δεν ενδίδει στη πίστη, σ’ έναν Άλλο που δεν υπάρχει, ούτε στο Ένα των μαζών και των σεχταριστικών οργανώσεων, αντιτίθεται εξίσου προς την απάντηση του καπιταλιστή διότι δεν αποκλείει την έλλειψη, όπως κάνει εκείνος. Αντίθετα καταλαμβάνοντας τη θέση του απόβλητου το οποίο είναι ίδιον της ηθικής της, ο ψυχαναλυτής αναδεικνύει την αξία των ερωτημάτων τόσο του υποκειμένου που υποφέρει όσο και της δυσφορίας του πολιτισμού. Οι απαντήσεις του αναλυτή έχουν ως πυξίδα την επιθυμία και την ορθοέπεια.

Αλλά τι σημαίνει ορθοέπεια;
Τέχνης της ορθοέπειας είναι η μελέτη της ορθής χρήσης των λέξεων, που στηρίζεται στην ετυμολογία τους. Όμως, αν ο ψυχαναλυτής περιοριστεί στην ορθοέπεια, δεν κάνει παρά τη μισή δουλειά. Σπεύδω να πω ότι το «ξέρω να διαβάζω», όπως το εννοώ, συμπληρώνει το «μιλάω σωστά» [le bien dire], την ορθοέπεια. Θα υποστήριζα άνετα ότι το «μιλάω σωστά» στην ψυχανάλυση δεν είναι τίποτε χωρίς το «ξέρω να διαβάζω», ότι η χαρακτηριστική ορθοέπεια της ψυχανάλυσης βασίζεται στο «ξέρω να διαβάζω». Το «μιλάω σωστά» και το «ξέρω να διαβάζω» βρίσκονται από την πλευρά του ψυχαναλυτή, αποτελούν δικό του προνόμιο, αλλά κατά τη διάρκεια της αναλυτικής εμπειρίας το «μιλάω σωστά» και το «ξέρω να διαβάζω» μεταβιβάζονται στον ψυχαναλυόμενο. Ώστε, κατά κάποιον τρόπο, να μάθει, χωρίς πρόθεση διαπαιδαγώγησης, να μιλάει σωστά, καθώς και να ξέρει να διαβάζει. Η τέχνη της ορθοέπειας αποτελεί τον ορισμό εκείνου του παραδοσιακού γνωστικού τομέα που λέγεται ρητορική. Ασφαλώς η ψυχανάλυση μετέχει της ρητορικής, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό. Νομίζω ότι το «ξέρω να διαβάζω» είναι που κάνει τη διαφορά. Η ψυχανάλυση δεν είναι μόνο ζήτημα ακρόασης, listening, είναι και ζήτημα ανάγνωσης, reading. Οπωσδήποτε, στο πεδίο της γλώσσας, η ψυχανάλυση έχει την αφετηρία της στη λειτουργία της ομιλίας, αλλά την ανάγει στη γραφή. Υπάρχει μια απόκλιση μεταξύ του μιλάω και του γράφω, του speaking και του writing. Μέσα σε αυτή την απόκλιση είναι που δρα η ψυχανάλυση, αυτή τη διαφορά εκμεταλλεύεται.

Εδραιωμένος σε μια αντικαπιταλιστική ηθική, ο ψυχαναλυτής αποκαλύπτει τα κοινωνικά ομοιώματα με τα οποία μεταμφιέζονται οι κυρίαρχοι λόγοι:
Τα γκάτζετ, ως αντικείμενα της επιθυμίας, τα σώματα –εμπορεύματα, τα νέα «στέρεα» προϊόντα στη θέση της ρευστότητας των σχέσεων, οι ανεξάντλητες απαντήσεις στα αιτήματα και οι προσδοκίες του έμφυλου είναι, η βίαια άνοδος των ρατσισμών της κοινωνικής διάκρισης της διαφοράς.

Αντιτιθέμενος στο main stream χωρίς να είναι παρελθοντολόγος, ο ψυχαναλυτής δεν προσχωρεί στη διακλείουσα επιστήμη (όπως εκείνη ενσωματώθηκε στον καπιταλιστικό λόγο) και το κεφάλαιο τα οποία σε κάνουν να πιστέψεις στο γενικευμένο παραλήρημα – είμαστε όλοι Ένα. Δεν προσχωρεί επίσης στις «νέες» ανακαλύψεις του νευρωτικού ανθρώπου. Ο ψυχαναλυτικός λόγος είναι το ακριβώς αντίστροφο, κάτι που τον κάνει συνένοχο με το μαύρο κάθε φυλής (Heiner Muller). Ο αναλυτής συνδέεται με τον καλλιτέχνη του οπίου, το κατόρθωμα της ποίησης, αποκαλύπτει το μη- νόημα όλων των πραγμάτων καθώς και το pret-a-porter του θρησκευτικού νοήματος και επαληθεύει ότι το νόημα δίδεται από την επιθυμία του καθενός.

Ο ενήλικος παραμένει ο γιος του ανθρώπου: η ψυχανάλυση δείχνει ότι με το να παιδιαρίζει με
τις λέξεις, ο άνθρωπος τις δημιουργεί με την ποιητικότητα της μοναδικότητάς του. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι η ψυχανάλυση υπερασπίζεται μια ατομιστική διέξοδο. Δεν υπάρχει υποκείμενο χωρίς τον άλλο, λέει ο Λακάν.

Θα υπάρχει πάντα ένας άλλος, με τη διαφορά του και το τύπο απόλαυσής του. Αντίθετα προς τον μέγιστο κοπρόλακκο του πολιτισμού (Λακάν, «Διάλεξη στο ΜΙΤ») που εμπνέεται  από το είναι ως οίκο της γλωσσικής τάξης, ο αναλυτής αποκαλύπτει με τη κλινική του, τη πράξη και την ερμηνεία του, τον ευνουχισμό ως εκείνον που συγκροτεί το ομιλούν είναι και το άνευ λόγου μιας Άλλης απόλαυσης η οποία είναι πάντα διαφορετική. Οδηγημένος από τη λογική της ετερότητας, είναι η ώρα του ανοίγματος προς τον καινούργιο και εκπληκτικό πάντα ερχομό του άλλου.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου