«Πάσχετε από συστηματικό
ερυθηματώδη λύκο»
(το SLE) ήταν η τελική απάντηση του γιατρού προς τη νεαρή γυναίκα, αφού
πρώτα ανασκόπησε τις σημειώσεις του με τα συμπτώματά της και το διόλου
ευκαταφρόνητο πακέτο εργαστηριακών εξετάσεων τις οποίες είχε παραγγείλει τις
τελευταίες εβδομάδες που την έβλεπε εξαιτίας κάποιου πυρετού σε συνδυασμό με
ένα πρήξιμο των χεριών και ένα κοκκίνισμα στο πρόσωπο και στα δάκτυλα.
Ο Δισκοειδής (DISS-koid)
ερυθηματώδης λύκος (DLE)
επηρεάζει μόνο το δέρμα. Δεν επηρεάζει άλλα όργανα, όπως το SLE. Τα συμπτώματα
της μπορεί να περιλαμβάνει:
- ένα κόκκινο εξάνθημα στο πρόσωπο, το κεφάλι, ή άλλα μέρη του σώματος. Το εξάνθημα μπορεί να γίνει παχύ και φολιδωτό και μπορεί να διαρκέσει για μέρες ή και χρόνια.
- πληγές στο στόμα ή τη μύτη (μερικές φορές).
Τόσο ο συστηματικός όσο και ο
δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος είναι ίσως η πιο κλασική μορφή αυτοάνοσης πάθησης
Πρόκειται για μια χρόνια πάθηση που η εξέλιξή της δεν
μπορεί να προβλεφθεί, ιδίως για το απώτερο μέλλον. Αυτό δημιουργεί μεγάλη
αβεβαιότητα στον ασθενή και γίνεται πηγή άγχους και ανησυχίας. Μια στάση
κυριευμένη από τέτοια συναισθήματα, ωστόσο, δε βοηθά, αλλά αντίθετα μπορεί να
βλάψει, καθώς η ψυχική ηρεμία
είναι από τους παράγοντες που μπορούν να βοηθήσουν στο να παραμείνει και η ίδια
η νόσος σε ηρεμία.
Η υπόθεση εργασίας εδώ είναι ότι
το ανοσοποιητικό σύστημα ως οργανική άμυνα
υπερλειτουργεί όταν άλλα
συστήματα αμυνών τα οποία δρουν σε άλλα επίπεδα
(ψυχικές άμυνες) αποδεικνύονται
ανεπαρκή.
Η υπερλειτουργία του
ανοσοποιητικού συστήματος έχει σαν αποτέλεσμα αυτό να
αναγνωρίζει ως «εχθρούς»
εσωτερικά όργανα και να τους επιτίθεται (αυτοανοσία).
Έχουμε τότε βλάβη του οργάνου
μέσω επίθεσης εναντίον εαυτού.
Αλλά ας κάνουμε μια καλύτερη
γνωριμία με την συγκεκριμένη κοπέλα.
Πρόκειται για μια κυρία
παντρεμένη με έναν ιδεοψυχαναγκατικό κύριο. Μεγάλωσε σε ένα φτωχικό χωριό της
επαρχίας από αγρότες γονείς χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Η ίδια κατάφερε και
σπούδασε στο πανεπιστήμιο όπου και γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγο της. Η ίδια,
μέσω της μόρφωσης της, «δημιούργησε» ένα δίκτυο ισχυρών και αυστηρών (σχετικά
άκαμπτων) αρχών και αξιών με το οποίο «πορεύτηκε» στην ζωή της. Με το πέρας της
πανεπιστημιακής της εκπαίδευσης άρχισε να εργάζεται ανελλιπώς σε εργασίες που
ήταν άσχετες με το αντικείμενο των σπουδών της.
Αν και παντρεμένη η οικονομική
της ανεξαρτησία αποτέλεσε βασική ιδεολογική της αρχή. Το να μην εξαρτάται από
«το πορτοφόλι του συζύγου» ήταν ένα ιδεώδες που τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός
της είχαν εσωτερικεύσει. Όμως, ήλθαν τα χρόνια της οικονομική κρίσης και η ίδια
«έπεσε θύμα» της ανεργίας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα (τέτοιο ώστε άνετα μπορεί
να χαρακτηρισθεί «μακροχρόνια άνεργη») έμεινε σπίτι χωρίς να εργάζεται σε
αντίθεση με τον σύζυγο της ο οποίος φάνηκε πιο τυχερός στον τομέα αυτό.
Στην αρχή, δεν υπήρχε ιδιαίτερο
πρόβλημα με αυτήν την κατάσταση. Όμως, με την πάροδο των χρόνων ο σύζυγος
άρχισε να μουρμουρίζει ακόμα και να γκρινιάζει με … την ανεργία της.
Αντιλαμβανόμαστε, βέβαια, ότι
αυτή η κατάσταση λειτούργησε και ως αυτομομφή για την ίδια.
Παρόλες τις προσπάθειες της να
βρει εργασία ότι και αν έβρισκε, κατά καιρούς, είχε παροδικό και ευκαιριακό
χαρακτήρα. Τον τελευταίο καιρό η οικονομική της αδυναμία είχε γίνει βραχνάς.
Είναι κατανοητό βέβαια, ότι αυτή η «καταστρατήγηση» της «οικονομικής
ανεξαρτησίας» της είχε ποικίλες επιπτώσεις τόσο στη σχέση με τον σύζυγο της όσο
και στις σχέσεις της με ευρύτερο προσωπικό περιβάλλον της.
Αυτά που γράφονται παρακάτω
αποτελούν μια προσέγγιση, από ψυχαναλυτικής άποψης, της ανίχνευσης των αιτιών
του αυτοάνοσου αυτού νοσήματος της.
Ας αρχίσουμε, λοιπόν.
H ψυχική μας οργάνωση διέπεται
από ενορμητικές εντάσεις οι οποίες αέναα γυρεύουν αυτό το οποίο θα μπορέσει να
τις κατευνάζει (προστασία του Εγώ από τις εσωτερικές «τρικυμίες»).
Οι ενορμήσεις: πρόκειται για
εσωτερικούς ερεθισμούς (ενορμητικές διεγέρσεις). Τις
καταλαβαίνουμε και σε σωματικό
επίπεδο και αντιστοιχούν σε διάφορες ανάγκες π.χ.
πείνα, δίψα, η ανάγκη μας για
ύπνο, για σεξουαλική δραστηριότητα κ.λ.π. Οι ενορμήσεις
μας διεγείρουν θέτοντας το Εγώ
μας σε μια δυσφορική κατάσταση ανάγκης.
Κάθε φορά που βρισκόμαστε σε
κατάσταση ανάγκης (χρειαζόμαστε επίμονα κάτι), αυτή
δε σιγεί, δεν υποχωρεί παρά μόνο
με την ικανοποίηση της. Συχνά θα ευχόμασταν να
ζούμε σε μια κατάσταση
ισορροπίας, ει δυνατόν στο – ουτοπικό – σημείο 0 (μηδέν) των
διεγέρσεων, σε μια κατάσταση
«νιρβάνα» σ’ ένα τοπίο απόλυτης ηρεμίας και πληρότητας
χωρίς καθόλου εσωτερικές
αναταράξεις και αναστατώσεις. Η ενόρμηση ικανοποιείται – και
τότε η ανάγκη μας υποχωρεί – όταν
βρει το αντικείμενο που γυρεύει για να κατευναστεί,
φερ’ ειπείν όταν πεινάω γυρεύω το
αντικείμενο της πείνας μου που είναι η τροφή, όταν
διψάω το αντικείμενο είναι το
νερό ενώ το αντικείμενο των σεξουαλικών μας διεγέρσεων
είναι εξαιρετικά ποικιλόμορφο για
τον καθένα μας και πρόκειται γι αυτό που κάθε φορά
ευχαριστεί τη σεξουαλική μας
ορμή.
Η ενόρμηση, η οποία σημαίνει
κίνηση «προς», ψάχνει αέναα το αντικείμενο, κινείται
ασταμάτητα προς αυτό που θα την
ικανοποιήσει. Αυτό είναι το πεπρωμένο της. Οι
ενορμήσεις σχετίζονται με το
αντικείμενο, πάνε στο αντικείμενο.
Η έννοια του αντικειμένου: Πρόκειται
για οποιοδήποτε πράγμα βρίσκεται απέναντι από
εμάς, το «έναντι ημών
κείμενον» προς το οποίο εκδηλώνεται ένα συναίσθημα, μια
ενέργεια. Είναι αυτό στο οποίο η
ενόρμηση ψάχνει να ικανοποιήσει το σκοπό της με
αποτέλεσμα τη λύση της έντασης
και του ανικανοποίητου. Τα αντικείμενα μπορεί να είναι
πράγμα ή πρόσωπο πραγματικό.
Είναι το πέρα και έξω από εμένα, η ετερότητα, ο Άλλος
το μη – ΕΓΩ. (Γνωρίζουμε ότι
κάποιες μορφές αϋπνίας μπορεί να οφείλονται στο ότι δεν
υπάρχει το αντικείμενο που θα
κατευνάσει την ορμή (εντάσεις) του υποκειμένου ). Μπορεί να είναι και φανταστικό,
φερ’ ειπείν όταν ονειροπολούμε να φανταζόμαστε πρόσωπα,
πράγματα, καταστάσεις, τοπία,
σχέσεις κ.λ.π. τα οποία μας ευχαριστούν (μας
ικανοποιούν) ενώ επί του
πραγματικού όλα αυτά δεν υπάρχουν, δεν τα κατέχουμε στ’αλήθεια.
Ο ενορμητικός άξονας της
σεξουαλικότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το σύμπαν
των διαπροσωπικών μας σχέσεων και
δεσμών. Στα ψυχαναλυτικά κείμενα χρησιμοποιείται ευρέως η λέξη libido ( ή
λιβιδώς) ως ισοδύναμη του σεξουαλικού ενστίκτου. Στα λατινικά σημαίνει «επιθυμία»,
«πόθος» . Η libido, γράφει ο Freud, είναι η δυναμική εκδήλωση μέσα στην ψυχική
ζωή μας της σεξουαλικής ενόρμησης και εκδηλώνεται ως ενέργεια.
Η ερωτική (σεξουαλική) επιθυμία η
οποία αρχίζει να πρωτοεμφανίζεται περίπου στα 2
χρόνια της ζωής είναι η
απαραίτητη προϋπόθεση για την απαρχή των πρώτων
πραγματικών σχέσεων του παιδιού
με τους γονείς του και κατ’ επέκταση με τον κόσμο. Η
επιθυμία για τον άλλον
προϋποθέτει την αναγνώριση της οντότητας του άλλου και
επομένως προεξοφλεί το ενδιαφέρον
για τον άλλον. Πρόκειται για μια φυγόκεντρο
δύναμη στο μέτρο κατά το οποίο
προσανατολίζει το υποκείμενο πέραν της κεντρομόλου
ενασχόλησης με τον εαυτό του. Η
επιθυμία για τον άλλο απομακρύνει το υποκείμενο από
το ναρκισσιστικό στάδιο κατά το
οποίο η λιβιδώς (η ενόρμηση) επενδύει επί εαυτού. Λέμε
τότε ότι η λιβιδώς από
ναρκισσιστική γίνεται αντικειμενοτρόπη.
Πριν από την ηλικία των περίπου 2
χρόνων το βρέφος δεν έχει ερωτική επιθυμία -
ενδιαφέρον για τη μαμά ή τα άλλα
αντικείμενα του περιβάλλοντος του. Συνδέεται με τη
μαμά μόνο για
εκφορτιστικούς-εγωκεντρικούς λόγους για ν’ αδειάζει, να ξεσπάει επάνω
της τις εντάσεις του, να
κατευνάζει τις ανάγκες του και να την ξαναθυμηθεί, όταν εκ νέου
θα την έχει ανάγκη: η μαμά ως αντικείμενο
προς ανάλωσση και όχι ως (ερωτικό)
αντικείμενο αγάπης και
ενδιαφέροντος. Η μαμά ως απόλαυση.
Στην συνέχεια, και μετά την
ολοκλήρωση του οιδιπόδειου, το παιδί εισάγεται μέσω του πατέρα στην γλώσσα.
Τώρα, το συμβολικό (η γλώσσα) αρχίζει να δρα. Η γλώσσα ενεργοποιώντας τον
μηχανισμό της απώθησης – καταστολής δημιουργεί το ασυνείδητο στο παιδί. Ο
ευνουχισμός – μέσω της βαθμιαίας συμβολοποίησης - εξωθεί την πρωθύστερη κατάσταση στην οποία το
παιδί απολάμβανε την μητέρα στο πραγματικό. Τώρα, το ασυνείδητο αποτελεί τον
τόπο της απόλαυσης του παιδιού. Η συνείδηση του είναι κυριευμένη από την
γλώσσα: από αρχές και αξίες που ο πολιτισμός της πατρικής λειτουργίας επιτρέπει
στο παιδί.
Η ντροπή είναι το αίσθημα του
υποκειμένου ότι καταστρατήγησε κάποιες αξίες και
ιδεώδη. Πρόκειται για ναρκισσιστικές απαιτήσεις
που σχετίζονται με το ιδεώδες Εγώ
(διάφορο του Υπερεγώ). Το ιδεώδες
Εγώ παραπέμπει στον ναρκισσισμό. Κατά τον Freud το ιδεώδες Εγώ είναι
ο απότοκος του ναρκισσισμού του μικρού παιδιού.
Το λειτουργικό Υπερεγώ γενικά
λέει : «μην το κάνεις αυτό…».
Συχνά, αυτοί οι ασθενείς όταν
μιλάνε για «ενοχές» εννοούν «ντροπή» για
πράγματα που έκαναν. Πρόκειται
για πράξεις οι οποίες δεν υπερβαίνουν ένα
εσωτερικευμένο Υπερεγώ (οι αξίες μου), αλλά
καταστρατηγούν ιδεώδη κοινωνικά τα
οποία έχουν εξωτερική διάσταση
και εμφορούνται από αξίες άλλων. Εδώ
ο προεξάρχων αμυντικός μηχανισμός του Εγώ είναι η καταστολή. Πρόκειται
για
αμυντικό
μηχανισμό που αφορά την πρώιμη σχέση του παιδιού με τη μητέρα του. Εδώ το
παιδί
συμπιέζει τις αγωνίες του και τις συγκινήσεις του γιατί ο πατρικός νόμος το
επιβάλλει. Αυτός ο νόμος επιβάλλει μια σιωπή στην εκφραστικότητα των
συγκινήσεων του παιδιού.
Επίσης
-για «παιδαγωγικούς» σκοπούς- σε ορισμένες οικογένειες τα παιδιά δεν έχουν
δικαίωμα
να παραπονιούνται. Τότε σιγά σιγά το παιδί εσωτερικεύει αυτή τη σιωπή,
την
καταστολή των συγκινήσεων του. Πρόκειται για την αρνητικοποίηση των
συγκινήσεων
με τη μορφή ενός ιδεώδους Εγώ. Το παιδί αποκόπτεται από τις δικές του
ενορμητικές
πηγές, δηλαδή χάνει τη δική του λιβιδινική τροφοδοσία, χάνει την
ατομική
του, τη μοναδική του ιδιαιτερότητα. Συμμορφώνεται στο όνομα μιας
υπερπροσαρμογής
του στο ομαδικό, στην κοινωνική πραγματικότητα, στις κοινωνικές
(εξωτερικές)
νόρμες και αξίες. Εύκολα θα αισθάνεται ντροπή κάθε φορά που θα
«παρακάμπτει»
τις έξωθεν αξίες προς όφελος των ατομικών του επιθυμιών. Σε ορισμένες
περιπτώσεις η καταστολή μπορεί να φτάσει τα πράγματα μέχρι το πάγωμα,
τη
συρρίκνωση,
τον μαρασμό της σκέψης. Μπορεί να εξαφανίσει, να σβήσει την επιθυμία και την
ίδια τη σκέψη. Τα πράγματα είναι «παγοποιημένα». Πρόκειται για μια κατάσταση
απάθειας. Εδώ το συναίσθημα δεν τροφοδοτεί τη σκέψη. Είναι μια προσπάθεια
συνειδητή να μη νοιώσω. Έτσι η καταστολή μπορεί να γίνει στοιχείο του
χαρακτήρα (χαρακτηρολογικό)
Πρόκειται
για ένα μπλοκάρισμα της επένδυσης της λιβιδούς στο αντικείμενο ώστε να μην
αναδύεται η ενόρμηση. Ένα «τσιμεντάρισμα», δεν ανασαίνει το πράγμα, δεν
επιστρέφει στο συνειδητό τίποτα από την επιθυμία. Πρόκειται για την καταστολή
ως «νεύρωση χαρακτήρα».
Στην ενήλικη ζωή οι διάφορες
δυσλειτουργίες μας στις αντικειμενοτρόπες σχέσεις είναι
οικουμενικές και οφείλονται σε καθηλώσεις
της λιβιδούς. Αυτό σημαίνει ότι ενώ η
βιολογική μας ηλικία είναι
προχωρημένη εντούτοις το Εγώ μας παλινδρομεί
(παλινδρόμηση της λιβιδούς) σε προηγούμενα στάδια της
ψυχοσεξουαλικής μας εξέλιξης
οπότε συμπεριφερόμαστε όπως στο
παρελθόν (εκεί και τότε), δηλαδή σαν παιδια.
Τώρα μιλάμε για τον αμυντικό
μηχανισμό που ονομάζεται παλινδρόμηση.
Όλα λοιπόν, εξαρτώνται από την
εμβέλεια του ιδεώδους Εγώ. Όταν το τελευταίο έχει την ικανότητα να συμβολοποιεί
την εκάστοτε επιθυμία τότε η ψυχή μπορεί και αφομοιώνει την ενόρμηση σχετικά
ανώδυνα. Είναι τότε που το ιδεώδες «καλά κρατεί».
Από τη
στιγμή, όμως, που δεν «κρατάει» το ιδεώδες φεύγω από την ψυχική σφαίρα
και πάω, μέσω της παλινδρόμησης, στο σώμα (σωματοποίηση), δηλαδή προς
την εγκατάσταση της σωματικής καθήλωσης.
Με άλλα
λόγια, μη αντέχοντας (μη μπορώντας να συμβολοποιήσει) το ιδανικό Εγώ της κυρίας
μας την μακροχρόνια ανεργία της και μην αντέχοντας το άγχος που της προκαλούσαν
οι επικρίσεις του συζύγου και πιθανόν του ευρύτερου περιβάλλοντος καθώς και οι
αυτομομφές που είχαν την έδρα τους στο υπερεγώ της, η ψυχή προσπαθεί να ξεφύγει
από το αδιέξοδο μέσω της παλινδρόμησης στο πρώιμο νηπιακό στάδιο. Εκφορτίζει λοιπόν,
την συσσωρευμένη ενέργεια στο σώμα, ως το τελευταίο της καταφύγιο. Δημιουργεί έτσι
το αυτοάνοσο νόσημα.
Εν
κατακλείδι, το αυτοάνοσο μπορεί να είναι εγκατάσταση της σωματικής καθήλωσης!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου