Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Το ιδεοψυχαναγκαστικό υποκείμενο και το υπαρξιακό του δράμα

Η φαντασίωση ενός νευρωτικού αφορά την στάση του υποκειμένου σχετικά με το αίτημα του Άλλου και όχι με την επιθυμία Του. Να θυμίσω ότι ο πρώτος Άλλος για κάθε ομιλόν υποκείμενο είναι η Μητέρα. Για τον νευρωτικό ο πρώτος Άλλος είναι ο γονεϊκός Άλλος. Η συνάντηση με την επιθυμία του Άλλου είναι αγχωτική. Αντί, λοιπόν, ένα υποκείμενο να περιμένει με άγχος να διαπιστώσει τι αποτελεί το ίδιο για τον Άλλο, θα προτιμήσει να προτρέξει σε κάποιο συμπέρασμα (να εκβιάσει κάποια απάντηση) για το τι θέλει ο Άλλος από εκείνο. Η άγνωστη φύση της επιθυμίας του Άλλου είναι αφόρητη. Το υποκείμενο προτιμά να της δώσει ένα χαρακτηρισμό, έναν οποιοδήποτε χαρακτηρισμό, παρά να αφήσει να παραμένει αίνιγμα. Προτιμά να την εντοπίσει, να της δώσει ένα όνομα και να δώσει ένα τέλος στην αγχώδη αβεβαιότητα. Μόλις κατονομαστεί, μόλις συμπεράνει το υποκείμενο ότι αυτό θέλει ο Άλλος από εκείνο – π.χ. να μην σταθεί εμπόδιο στον δρόμο του – το άγχος κοπάζει και το υποκείμενο είναι έτοιμο να «του αδειάσει την γωνιά». Με άλλα λόγια, το υποκείμενο μεταμορφώνει την επιθυμία του Άλλου σε αίτημα. Δηλαδή, ενώ η επιθυμία δεν έχει αντικείμενο (και ως εκ τούτου είναι αγχωτική) το αίτημα έχει πάντα αντικείμενο (και ως εκ τούτου λυτρωτικό). Απέναντι στο αντικείμενο του αιτήματος παίρνει θέση ο νευρωτικός προσπαθώντας μέσω αυτού να προσεγγίσει το υπαρξιακό του ερώτημα που έγκειται στο «τι είμαι, τι αποτελώ» για τον Άλλο.
Πρόκειται για βασικό ερώτημα – αφού αφορά στην ύπαρξη του υποκειμένου – και η απάντηση αναμένεται από τους γονείς. Από τον γονεϊκό Άλλο. Επειδή η οποιαδήποτε απάντηση δεν είναι πειστική (το γιατί επιφυλάσσομαι να το προσεγγίσω σε ένα επόμενο σημείωμα) το παιδί «υποχρεώνεται» να ψάξει να βρει την «αληθινή» απάντηση στις ασυνέπειες των λόγων και των πράξεων των γονέων του.
Τόσο το υστερικό όσο και το ιδεοψυχαναγκαστικό υποκείμενο καταπιάνονται, μοιραία, με το ερώτημα της ύπαρξης προσδοκώντας την απάντηση από τον Άλλο. Έχω αναφέρει ότι το κύριο ερώτημα του υστερικού υποκειμένου είναι το «Τι είναι γυναίκα;». Δηλαδή, ρωτά τον Άλλον «Είμαι άντρας ή γυναίκα;». Για το ιδεοψυχαναγκαστικό υποκείμενο το ανάλογο ερώτημα είναι «Είμαι ζωντανός ή νεκρός;». Αυτό το «είμαι» και στα δύο υποκείμενα σημαίνει την υπαρξιακή τους ταύτιση και αποτελεί το θεμελιώδες αίτημα τους προς τον Άλλο. Πάνω σε αυτήν την απάντηση στηρίζουν όλη την φαντασίωση τους για ζωή.

Έτσι, το ιδεοψυχαναγκαστικό υποκείμενο είναι πεισμένο ότι είναι «ζωντανό» όταν σκέφτεται. Το καρτεσιανό «σκέφτομαι, άρα υπάρχω» είναι το θεμελιώδες μότο του. Μόνο μέσα στην συνειδητή σκέψη αποκτά υπόσταση. Το σημαντικό για αυτό το υποκείμενο δεν είναι η σκέψη που «πέρασε στην λήθη». Το σημαντικό είναι η «συνειδητή» σκέψη. Εκείνη που παραμένει στο Εγώ και δεν εξοβελίζεται στο ασυνείδητο. Αυτή που υπάρχει είναι η συνειδητή σκέψη. Μόνο η συνείδηση είναι αυτή που το καθιστά «σκεπτόμενο υποκείμενο» και μόνο ως τέτοιο υπάρχει. Άρα, καταλαβαίνουμε ότι το διηρημένο σε ασυνείδητο και συνειδητό υποκείμενο, για το ιδεοψυχαναγκαστικό, είναι ανύπαρκτο. Παύει να ναι υποκείμενο. Αφανίζεται. Οι ασυνείδητες σκέψεις και επιθυμίες όχι μόνο δεν αναγνωρίζονται αλλά είναι απαραίτητο να είναι ανύπαρκτες. Κανένας διχασμός, λοιπόν, δεν μπορεί να λάβει χώρα για αυτό το υποκείμενο. Είναι ό,τι αντιλαμβάνεται. Υπάρχει μόνο ό,τι είναι συνειδητό. Ό,τι είναι συνειδητό, βεβαίως, είναι και ελεγχόμενο. Ελεγχόμενο από το ίδιο. Επομένως, η ταύτιση με το Εγώ είναι σχεδόν απόλυτη. Αυτό σημαίνει ότι ελέγχω τον εαυτό μου, μέσω της συνείδησης μου, σχεδόν απόλυτα. Και αυτό «οφείλω» να το κάνω ειδάλλως είμαι νεκρός (δηλαδή ανύπαρκτος)!

Καταλαβαίνουμε εύλογα από όσα ανάφερα ότι το ασυνείδητο, αυτή η ξένη γλώσσα μέσα του στην οποία δεν γίνεται να ασκήσει οποιονδήποτε έλεγχο και που εκμεταλλεύεται τα πολλαπλά νοήματα των λέξεων στην μητρική του γλώσσα για να το κάνει να λέει το αντίθετο από αυτό που συνειδητά εννοεί αλλά και να πράττει το αντίθετο από αυτό που συνειδητά σκοπεύει, οφείλει να το αγνοεί. Έτσι το ιδεοψυχαναγκαστικό υποκείμενο συλλαμβάνει τον Άλλο (την γλώσσα) ως απόλυτο και τον ενσωματώνει πλήρως. Η απόλαυση που «κατοικεί» στο ασυνείδητο κάθε διχασμένου ομιλόντος, για αυτό το συγκεκριμένο υποκείμενο, είναι ανύπαρκτη. Η δομή του δεν είναι τίποτε άλλο από μια άμυνα απέναντι στην απόλαυση. Ο Άλλος της γλώσσας είναι εσωτερικευμένος και είναι ο μόνος που υπάρχει και έχει σαφέστατα αιτήματα τα οποία, ως τέτοια (ως αιτήματα), έχουν πάντοτε σαφέστατα αντικείμενα. Με άλλα λόγια, το εν λόγω υποκείμενο οφείλει, πάντα απέναντι στον εαυτό του, «να ξέρει τι θέλει». Για εκείνο, η επιθυμία (ως έλλειψη) του Άλλου είναι αδιανόητη. Η αμφισημία της γλώσσας, των λέξεων, των νοημάτων, των σημείων και νευμάτων της, είναι ακατανόητη και ως εκ τούτου εκνευριστική.

Αν λοιπόν, δεν υπάρχει το ασυνείδητο εντός του πως να υπάρξει ο άλλος, ο όμοιος; Αν τα πάντα είναι «Εγώ» πως να υπάρξει το «Εσύ»; Αντιλαμβανόμαστε βέβαια, ότι αυτό το «Εσύ» μπορεί να υπάρξει με τον μόνο τρόπο που μπορεί να αναγνωρισθεί από το ιδεοψυχαναγκαστικό υποκείμενο, δηλαδή  ως «Εγώ». Εκείνο το εγώ που εικονίζεται μέσα στον καθρέφτη (στο στάδιο του καθρέφτη). Ο ιδεοψυχαναγκαστικός ταυτίστηκε απόλυτα με εκείνη την εικόνα. Ταυτίστηκε σε τέτοιο βαθμό που, για εκείνον, είναι η μόνη υπαρκτή. Έτσι, κάθε «εσύ», στην ψυχή του, είναι «εγώ». Δηλαδή, ο άλλος ως υποκείμενο γίνεται αντιληπτός μόνο ως εαυτός.
Πως γίνεται αντιληπτός ο άλλος; Μα φυσικά ως προέκταση του εαυτού. Αποκλείεται ως υποκείμενο με επιθυμία. Αποκλείεται διότι η επιθυμία με αγχώνει.
Ε, αφού αποκλείεται η ύπαρξη τότε … «σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ» τον ανύπαρκτο (αν καταλαβαίνετε τι εννοώ!)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου