«Αυτή την στιγμή δε γαμάω, μιλάω σ’ εσάς Ε, λοιπόν, ναι! Νιώθω ακριβώς την ίδια ικανοποίηση που θα ένιωθα αν γαμούσα».
Αυτό είναι το παράδειγμα που μας προτείνει ο Λακάν για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό ότι η μετουσίωση είναι ικανοποίηση της ενόρμησης χωρίς απώθηση. Συνήθως αντιλαμβανόμαστε τη μετουσίωση ως μια υποκατάστατη ικανοποίηση: Αντί να «γαμάω», εμπλέκομαι σε μια ομιλία (γράφω, ζωγραφίζω, προσεύχομαι…) με αυτό τον τρόπο αντλώ ένα άλλο είδος ικανοποίησης για να υποκαταστήσω την «χαμένη». Οι μετουσιώσεις είναι υποκατάστατες ικανοποιήσεις στη θέση μιας απολεσθείσας σεξουαλικής ικανοποίησης. Η θέση που διατυπώνει ωστόσο η ψυχανάλυση είναι πιο παράδοξη: Μπορεί η δραστηριότητα να διαφέρει, αλλά η ικανοποίηση είναι ακριβώς η ίδια. Με άλλα λόγια, η ουσία δεν είναι να εξηγήσουμε την ικανοποίηση που αντλούμε από την ομιλία αναφερόμενοι στη «σεξουαλική προέλευσή» της. Η ουσία είναι ότι η ικανοποίηση που αντλούμε από την ομιλία είναι αφ’ εαυτού της «σεξουαλική».
Το ίδιο ακριβώς ισχύει για τον «σεβασμό» και τον «φόβο». Το ερώτημα που τίθεται σε αυτό το σημείο είναι: Γιατί αλήθεια μετουσιώνουμε; Ποια ανάγκη μας υποχρεώνει σε κάτι τέτοιο; Πολύ φοβάμαι ότι σε ό,τι αφορά στην απάντηση θα συμφωνήσω με τον Νίτσε: «Για να το πω άλλη μια φορά: το κτήνος εντός μας θέλει να του λένε ψέματα – η ηθική είναι ένα αναγκαίο ψεύδος».
Γράφοντας τώρα περί «σεβασμού» και την σχέση του με τον «φόβο» μου έρχεται στο μυαλό μια αναλυόμενη η οποία μου εκμυστηρεύθηκε ότι ως πρότυπο της είχε την «αμαζόνα». Μια πολεμίστρια, ζωσμένη με την σπάθα της, το ακόντιο της, πάνω στο άλογο της τέτοια ώστε να αποπνέει τον σεβασμό μόνο με την εικόνα της. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ασκούσε το άθλημα της ξιφασκίας/σπαθασκίας καθώς και ήταν έτοιμη να γραφτεί στον ιππικό όμιλο της γειτονιάς της προκειμένου να εκπαιδευτεί στην ιππασία. Στην δική μου παρατήρηση ότι η εικόνα της αμαζόνας – όπως τουλάχιστον την έχει εκείνη στο μυαλό της – σίγουρα εμπνέει τον φόβο, εκείνη σχεδόν αυτόματα συμφώνησε. Δήλωσε ότι όταν νιώθει ότι κάποιος δεν την σέβεται τότε πάρα πολύ γρήγορα αλλάζει ύφος και γίνεται επιθετική ώστε να τον επιβάλλει.
«Η αγάπη επιθυμεί, ο φόβος αποφεύγει» έγραφε ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος. Γι αυτόν τον λόγο, είναι αδύνατο, τουλάχιστον στο ίδιο χρονικό διάστημα, να απολαμβάνει κανείς και την αγάπη και τον σεβασμό του ίδιου προσώπου. Γιατί ο άνθρωπος που σέβεται έναν άλλο, αναγνωρίζει τη δύναμή του, δηλαδή τη φοβάται: η κατάστασή του είναι εκείνη του γεμάτου σεβασμού φόβου. Η αγάπη όμως δεν αναγνωρίζει καμιά δύναμη, τίποτε που διαχωρίζει, ανεβάζει, κατατάσσει πιο πάνω ή πιο κάτω. Επειδή η αγάπη δεν σέβεται οι φιλόδοξοι άνθρωποι αποφεύγουν με πείσμα είτε κρυφά είτε φανερά ,να αγαπηθούν από άλλους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου