Η μητέρα αφήνει πάντα το σημάδι στο παιδί της με την ομιλία της. Η γυναίκα ως μητέρα είναι εκείνη που κάνει τον μικρό άνθρωπο να μιλήσει και από την στιγμή που είναι αυτή που μεταδίδει την lalangue, λειτουργεί ως ασυνείδητο.
Η ύπαρξη του ασυνειδήτου αποτελεί την μαρτυρία για μια γνώση που διαφεύγει του ομιλούντος όντος. Απορρέει από την παρουσία της lalangue. Για να γίνει κατανοητή πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στο βρέφος το οποίο αντιλαμβανόμενο την ύπαρξη μιας lalangue ενσαρκωμένης από την μητέρα επικοινωνεί μαζί της με φωνήματα δημιουργώντας έτσι την δική του lalangue. Μια γλώσσα δηλαδή, καμωμένη από «λα – λα / γα – γα» από «γα – λα – του Άλλου». Μια γλώσσα που είναι «γλα – γλώσσα», όπως θα έλεγε κανείς, παραπέμποντας στην ομηρική της ρίζα (γλάγος, γλαγώ) αλλά και στην λειτουργία της ως ρίζα του Πραγματικού (real).
Πρόκειται για μετάδοση, για μετάδοση «ανθρώπινης λαλιάς» που μοιάζει με «γλωσσολαλιά» η οποία συνοδεύεται από την συνάντηση της με τον μητρικό Άλλο. Μπορεί να φαντάζει, για τον καθένα, ομηρική, αλλά από αυτήν την lalangue είναι «φτιαγμένο» το ασυνείδητο. Αυτή είναι που προσπαθεί να ακούσει ο αναλυτής ώστε να την μάθει.
Αλλά ας επανέλθουμε στην μητέρα η οποία μεταδίδει, όπως έγραψα παραπάνω, την lalangue στο βρέφος. Η μετάδοση αυτή δεν είναι γνωστική άσκηση, διότι αυτή η «ιδυόγλωσσα» (la langue) δεν είναι για τον καθένα από μας απλώς το γλωσσικό ιδίωμα του τόπου του, αλλά πρώτα από όλα είναι η ιδιωτική γλώσσα του πρωτογενούς ζευγαριού της μητέρας και του «άγουρου» μικρού της. Είναι όμως, και η γλώσσα του Έρωτα, της σωματικής επαφής, που θα σημαδέψει τον Έρωτα του βρέφους στην ενήλικη, και όχι μόνο, ζωή του. Είναι οι λέξεις της lalangue που γίνονται τα ίχνη της απόλαυσης που κρύβεται μέσα τους.
Όμως, η μητέρα αποτελεί ταυτόχρονα τον διαμεσολαβητή ενός λόγου που δεν παύει να εμποτίζει με τις συνήθειες της. Μπορούμε να διαγνώσουμε αυτές τις συνήθειες της μητέρας στην άνοδο της κυριαρχίας της. Μπορούμε τις διαπιστώσουμε μέσα στον κατακερματισμό των σύγχρονων κοινωνικών δεσμών. Διότι, πολύ απλά, όσο τα μεταδιδόμενα ήθη και συνήθειες ανάμεσα στις γενιές περιορίζονται στις άρρητες επιταγές της επιθυμίας της μητέρας, και ειδικότερα του τι επιθυμεί για το παιδί της, τόσο το παιδί θα βλέπει τις υποκειμενικές του επιλογές, σε σχέση με την επιθυμία του Άλλου, να ανάγονται στις εξής εναλλακτικές: είτε θα αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας την μητρική εντολή υιοθετώντας ως δική του κλίση και πεπρωμένο εκείνο για το οποίο προοριζόταν μέσα στην ευχή της, είτε θα την απορρίπτει βίαια κερδίζοντας έτσι όση ελευθερία του απομένει αλλά μόνο υπό αρνητική μορφή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου