Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Το Νησί των Συναισθημάτων

 

Όλοι ήταν εκεί. Ο Φόβος, το Μίσος, η Σοφία, η Αγάπη και η Αγωνία. Όλοι ήταν στο νησί. Σε εκείνο το νησί που οι άνθρωποι το ονόμαζαν «το νησί των συναισθημάτων».

«Έχω να σας ανακοινώσω μια άσχημη είδηση, το νησί βυθίζεται » φώναξε η Γνώση. Τα συναισθήματα που άκουσαν την φωνή της αντέδρασαν αρνητικά και επιθετικά: «Όχι, δεν γίνεται! Εμείς εδώ ζούμε όλη μας τη ζωή!».

Η Γνώση επέμεινε: «Το νησί βυθίζεται».

Τώρα την άρνηση διαδέχθηκε η απελπισία: «Και τώρα, τι θα κάνουμε;»

Η Γνώση απαντά: «Λοιπόν, κάντε ό,τι θέλετε, εγώ πάντως σας προτείνω να βρείτε έναν τρόπο να φύγετε από το νησί. Φτιάξτε ένα καράβι, μια βάρκα, μια σχεδία, ή ό,τι άλλο μπορείτε και φύγετε, γιατί αυτός που θα μείνει στον νησί, θα χαθεί μαζί του ».

Τα συναισθήματα τότε τρέχοντας αρχίζουν να κατασκευάζουν άλλο βάρκα, άλλο καράβι, άλλο καΐκι… όλα… εκτός από την Αγάπη. Γιατί η Αγάπη είναι τόσο συνδεδεμένη με κάθε πράγμα που βρίσκεται πάνω στο νησί, που λέει: «Μα πως ν’ αφήσω το νησί… μετά από όσα έζησα εδώ… Πως ν’ αφήσω, ας πούμε, αυτό το δεντράκι; Αααχ… μας ενώνουν τόσα πράγματα…».

Κι ενώ ο καθένας κοιτάζει να βρει έναν τρόπο για να φύγει, η Αγάπη ανεβαίνει σε κάθε δέντρο, μυρίζει κάθε τριαντάφυλλο, πάει μέχρι την παραλία και ξαπλώνει στην αμμουδιά όπως έκανε παλιά, χαϊδεύει κάθε πετραδάκι… προτιμά να σκέφτεται με την αφέλεια που διακρίνει την Αγάπη: «Μπορεί να βυθιστεί λιγάκι μόνο και μετά…».

Το νησί όμως …βυθίζεται όλο και περισσότερο. Η Αγάπη, βέβαια, δεν μπορεί να σκεφτεί την κατασκευή μέσου διαφυγής, γιατί είναι τόσο στενοχωρημένη που άλλο δεν κάνει από το να κλαίει και να θρηνεί γι’ αυτά που θα χάσει. Και ξαναχαϊδεύει τα βοτσαλάκια, ξανακυλιέται στην άμμο και βρέχει στο νερό τα ποδαράκια της. «Μετά από τόσα που περάσαμε μαζί…» λέει στο νησί με παράπονο.

Μα το νησί βυθίζεται ακόμα πιο πολύ. Μέχρι που, στο τέλος, δεν μένει από το νησί παρά ένα τόσο δα βραχάκι. Το υπόλοιπο, το έχει καλύψει το νερό. Την τελευταία στιγμή, η Αγάπη συνειδητοποιεί ότι το νησί βυθίζεται στ’ αλήθεια, και αντιλαμβάνεται πως αν δεν τα καταφέρει να φύγει, η αγάπη θα εξαφανιστεί για πάντα από προσώπου Γης. Έτσι, τσαλαβουτάει στα νερά και κατευθύνεται προς τον όρμο, που είναι το ψηλότερο σημείο στο νησί. Πάει με την ελπίδα να δει από εκεί κάποιον από τους συντρόφους της και να τον παρακαλέσει να την πάρει μαζί του. Κοιτάζει στη θάλασσα και βλέπει να έρχεται το σκάφος του Πλούτου. Του κάνει σινιάλο, και ο Πλούτος πλησιάζει λίγο στον όρμο: «Πλούτε, εσύ έχεις τόσο μεγάλο σκάφος, θα με πας ως το γειτονικό νησί;»

Ο Πλούτος, όμως, της απαντάει: «Είμαι τόσο φορτωμένος με λεφτά, κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες, που δεν έχω χώρο για σένα. Λυπάμαι…» και συνεχίζει το δρόμο του χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

 Μένει η Αγάπη να ψάχνει, και βλέπει να έρχεται η Ματαιοδοξία σ’ ένα πολύ φανταχτερό σκάφος, γεμάτο στολίδια, περούκες, μάρμαρα και λουλούδια όλων των χρωμάτων. Η Αγάπη τεντώνεται λιγάκι και φωνάζει: «Ματαιοδοξία… Ματαιοδοξία… Πάρε με μαζί σου». Η Ματαιοδοξία κοιτάζει την Αγάπη και της λέει: «Ευχαρίστως θα σε έπαιρνα αλλά… έχεις μια όψη… Είσαι τόσο άχαρη, βρώμικη κι ατημέλητη. Με συγχωρείς, δεν γίνεται. Θα μου ασχήμαινες το σκάφος!» και φεύγει.

Κι ενώ σκέφτεται πως δεν πρόκειται να περάσει κανένας άλλος πια, βλέπει να πλησιάζει ένα σκάφος πολύ μικρό, το τελευταίο, το σκάφος της Θλίψης: «Θλίψη, αδελφή μου» της λέει, «…εσύ που με ξέρεις τόσο καλά, εσύ θα με πάρεις σίγουρα μαζί σου, έτσι δεν είναι;» Και η Θλίψη της απαντάει: «Θα σε έπαιρνα, αλλά είμαι τόσο λυπημένη, που προτιμώ να συνεχίσω μόνη μου» και χωρίς δεύτερη κουβέντα, απομακρύνεται.

Η Αγάπη κάθεται στο τελευταίο βραχάκι, που είναι ό,τι απόμεινε από το νησί, και περιμένει το τέλος.

Όταν ξαφνικά, ακούει κάποιον να την καλεί από πολύ κοντά: «Ψιτ-ψιτ…».

Είναι ένας γεροντάκος που της κάνει σινιάλο από μια βάρκα με κουπιά. Ή Αγάπη του λέει: «Εμένα;» «Ναι, ναι» λέει ο γεροντάκος, «Eσένα. Έλα μαζί μου, εγώ θα σε σώσω».

Η Αγάπη τον κοιτάζει και του λέει: «Ξέρεις τι έγινε, εγώ έμεινα…»

«Ξέρω, ξέρω…» της λέει ο γεράκος και δεν την αφήνει να τελειώσει τη φράση της.

«Ανέβα, εγώ θα σε σώσω». Ανεβαίνει η Αγάπη στη βάρκα κι αρχίζουν να κωπηλατούν μαζί για να απομακρυνθούν από το νησί, που πραγματικά, λίγα μόλις λεπτά μετά, εξαφανίζεται για πάντα.

Μόλις φθάνουν στο διπλανό νησί, καταλαβαίνει η Αγάπη πως αν είναι ακόμα ζωντανή, αν συνεχίζει να υπάρχει, το οφείλει σ’ αυτόν τον γεράκο, που χωρίς να πει λέξη, έφυγε το ίδιο παράξενα όσο είχε εμφανιστεί.

Εκείνη τη στιγμή, η Αγάπη συναντάει τη Σοφία και της λέει: «Δεν γνωριζόμαστε μ’ αυτόν τον γεράκο, κι όμως με έσωσε. Πως είναι δυνατόν; Οι άλλοι όλοι δεν κατάλαβαν πως θα έμενα πίσω τελικά. Εκείνος με βοήθησε, κι εγώ ούτε καν ξέρω ποιος είναι.»

Η Σοφία την κοιτάζει στα μάτια και της λέει: «Αυτός είναι ο Χρόνος. Και ο Χρόνος, Αγάπη, είναι ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει όταν ο πόνος της απώλειας σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα μπορέσεις να συνεχίσεις».

Ο χρόνος στοιχειώνει την αγάπη. Υπάρχει το ερώτημα του Descartes για το cogito «είμαι, υπάρχω, αλλά για πόσο καιρό;». Το ίδιο αναφέρεται και στην αγάπη: «με αγαπούν, αλλά για πόσο καιρό, αγαπώ, αλλά για πόσο καιρό;».

Από εδώ πηγάζουν οι πλάνες ότι η Αγάπη και ο Χρόνος πάνε μαζί. Είναι σύμμαχοι. Από εδώ και η πλάνη του παραπάνω παραμυθιού – που έγραψε ο αλησμόνητος Μάνος Χατζηδάκις – ότι μόνο ο Χρόνος σώζει την Αγάπη. Με άλλα λόγια, η αγάπη μετατοπίζεται στο αιώνιο αντικείμενο. Στο αναλλοίωτο αντικείμενο. Η Αγάπη είναι στοιχειωμένη με την εικόνα της αιωνιότητας. «Όποιος αγαπά μια φορά, αγαπά για πάντα!».

Ίσως για αυτό αποτελεί το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα - ένα δεν σ’ τα δίνουν. 

Για αυτό ο χριστιανισμός πρόσφερε ως εικόνα αγάπης την εικόνα ενός συντετριμμένου σώματος – του σώματος καρφωμένου στον σταυρό – και ενδεχομένως, μάλιστα, ενός πτώματος. Δηλαδή, πρόκειται για την εικόνα ενός σώματος που υφίσταται τις προσβολές του Χρόνου, που το σημαδεύει με όλους τους δυνατούς τρόπους η αρνητικότητα, παράλληλα όμως μεταμορφώνεται και εξυψώνεται ως την αιωνιότητα. Για αυτό ακριβώς ο μύθος της ανάστασης των σωμάτων είναι απαραίτητος, αφού απεικονίζει την κατάργηση του Χρόνου.

Και μέσα στην ιστορία της Αγάπης της σχετιζόμενης με τον Χρόνο, τον αιώνιο και τον αναλλοίωτο, βλέπουμε να γεννιέται η αναγκαιότητα του αναπόφευκτου. Η αναγκαιότητα της αναπόφευκτης συνάντησης που δεν θα μπορούσε να μην λάβει χώρα μέσα στον αιώνιο Χρόνο: «προοριζόσουν για μένα ανέκαθεν». Και γράφοντας τούτες τις αράδες μου έρχεται στο μυαλό η φράση του Σταντάλ: «Μια αγάπη που πιστεύει ότι δεν είναι αιώνια είναι μισητή!».

Η αγάπη λοιπόν, αποσκοπεί στην αχρονικότητα ενώ η εμπειρία διδάσκει την χρονικότητα της σεξουαλικής επιθυμίας. Η ασυνείδητη επιθυμία είναι σταθερή και αναλλοίωτη. Ασυνείδητα η επιθυμία αναζητά την αγάπη. Για αυτό η ασυνείδητη επιθυμία είναι άχρονη. Η σεξουαλική επιθυμία από την άλλη, είναι μεταβλητή και αλλοιώνεται σε ό,τι αφορά στην επένδυση του τάδε ιδιαίτερου αντικειμένου. Διέπεται, δηλαδή από μια χρονικότητα. Όταν απολαμβάνεις το σώμα του άλλου αυτό έχει ως συνέπεια την πτώση της ερωτικής αξίας του αντικειμένου του έρωτα σου. Είναι η απόλαυση εκείνη που βουλώνει την τρύπα της ερωτικής επιθυμίας. Αυτό συμβαίνει γιατί η απόλαυση έχει μια χρονικότητα. Όταν πρόκειται για ανικανοποίητο η χρονικότητα αφορά την ένταση, όταν πρόκειται για ικανοποίηση τότε αφορά την επίλυση.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο μπορεί να σημειωθεί μια διαδικασία που λειτουργεί με βάση την διαφορά απόλαυσης και επιθυμίας, και η οποία συνίσταται στην αναστολή της απόλαυσης για να διατηρηθεί η επιθυμία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου