Σάββατο 30 Απριλίου 2022

Δεν κάνουμε ποτέ οικονομία στην ψυχανάλυση!

 

Θεμελιώδης αρχή της φροϋδικής και της λακανικής ψυχανάλυσης:  δεν κάνουμε ποτέ οικονομία στην ψυχανάλυση.

Δεν κάνουμε μια ψυχανάλυση με εκπτώσεις. Μια ψυχανάλυση με εκπτώσεις δεν θα είναι ποτέ κάτι παραπάνω από μια ψυχανάλυση αγορασμένη «όσο-όσο». Μπορούμε βέβαια να συμβουλευτούμε έναν ψυχαναλυτή με κάποια έκπτωση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάνουμε ψυχανάλυση. Και ακριβώς επειδή η ψυχανάλυση αγγίζει το πιο πολύτιμο κομμάτι του Είναι μας, ο Φρόυντ συμβούλευε πάντα τους αναλυομένους του να απέχουν από το να πάρουν αποφάσεις που δεσμεύουν τη ζωή τους πριν από την ολοκλήρωση της ανάλυσής τους.

Επίσης, ακριβώς επειδή η ψυχανάλυση αγγίζει τα ίδια τα θεμέλια του Είναι μας, κοστίζει υποκειμενικά τόσο πολύ στο εκάστοτε πρόσωπο που επιχειρεί να αναλυθεί.

  Ο Φρόυντ έλεγε ακόμη πως το μόνο πράγμα που μπορούμε να απαιτήσουμε από τον υποψήφιο αναλυόμενο είναι η ψυχική δύναμη, το κουράγιο. Γιατί; Επειδή το να εγκαταλείψει κανείς το σύμπτωμά του σημαίνει να εγκαταλείψει την απόλαυση που το σύμπτωμα τού προκαλεί και που συνιστά ακριβώς το Είναι του. Αυτή η απόλαυση είναι που μας κάνει να υποφέρουμε, αλλά αυτός ο πόνος επίσης μας ικανοποιεί, είναι αυτό από το οποίο ικανοποιούμαστε. Η απόλαυσή μας άνοιξε τους δρόμους της, μέσα σε αυτή κατοικούμε, και η ψυχαναλυτική εργασία έρχεται να το διαταράξει όλο αυτό. Το να εγκαταλείψει κανείς αυτήν τη (νοσηρή) απόλαυση που συνιστά το σύμπτωμά του είναι πάντα κάτι το επώδυνο.

Δεν μπορούμε να κάνουμε οικονομία σε αυτόν τον πόνο, ούτε στην απώλεια της απόλαυσης που συνεπάγεται η ψυχανάλυση, ούτε να υποχωρήσουμε μπροστά στον νέο τρόπο να απολαμβάνουμε, τον οποίο πρέπει να εφεύρουμε προκειμένου να επιθυμούμε.

Αυτό ακριβώς είναι το τίμημα της ψυχανάλυσης. Για αυτόν τον λόγο δεν μπορούμε να κάνουμε οικονομία στην ψυχανάλυση.

Όπως δεν υφίσταται ψυχανάλυση χωρίς αγάπη, χωρίς την αγάπη της μεταβίβασης, έτσι δεν υφίσταται και ψυχανάλυση που δεν πρέπει να πληρώσουμε το τίμημά της, το τίμημα της απώλειας της απόλαυσης που μας αρρωσταίνει και της απόλαυσης που πρέπει να ανακαλύψουμε για να ανοιχτούμε στην επιθυμία. Αυτή η τελευταία απόλαυση δεν είναι ποτέ τέλεια. Φέρει πάντοτε το σημάδι του ελλείμματος της απόλαυσης.

Ε, λοιπόν, αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε: η θυσία της απόλαυσης του συμπτώματος. Τι θα ήταν μια θυσία που δεν θα άγγιζε την πραγματική ζωή του υποκειμένου; Τι θα ήταν μια θυσία που δεν θα ήταν παρά ρητορική; Τι θα ήταν μια θυσία που δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από λέξεις και από αγνές προθέσεις; Συνεπώς, η θυσία οφείλει να είναι πραγματική, πολύ πραγματική, να επηρεάζει την ίδια τη ζωή του υποκειμένου, τη σάρκα του. Γι’ αυτό, το χρήμα παίζει έναν ουσιαστικό ρόλο στη φροϋδική και τη λακανική ψυχανάλυση. Είναι η λίβρα σάρκας με τη μορφή λίβρας χρυσού που πρέπει να εγκαταλείψει ο αναλυόμενος για να μπορέσει να απελευθερωθεί πράγματι από τη φυλακή του.

Ναι, η νοσηρή απόλαυση του συμπτώματος έχει ένα τίμημα: είναι η τιμή που της προσδίδει το υποκείμενο, καθώς το σύμπτωμα διαμορφώνει το Είναι του. Αυτό το τίμημα πρέπει να πληρωθεί, εάν θέλει κανείς να αποκοπεί από το σύμπτωμα.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2022

Ο Ζητιάνος Της Αγάπης


Κάθε γυναίκα, εκτός κι αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα συναντάει κάποιον άντρα-ναυάγιο και προσπαθεί να τον σώσει. Ενίοτε το πετυχαίνει. Και κάθε γυναίκα, αργά ή γρήγορα, βρίσκει έναν υγιή, ολότελα λογικό άντρα και τον καταντάει ναυάγιο. Αυτό το πετυχαίνει πάντοτε.

«Καθημερνώς στη πόρτα σου, θα σου χτυπώ ν’ ανοίξεις

είμαι ζητιάνος και γι αυτό μη με παρεξηγήσεις.

Και μη μου δώσεις πρόσεξε, ό,τι κι αν σου γυρεύω

κλείσε την πόρτα σου καλά κι εγώ ας ζητιανεύω.

 Κι ένα πρωί στη πόρτα σου, θα με 'βρει ο σκουπιδιάρης

δεν θα σου ζητιανεύω πια στο κάρο θα με βάλεις.

Το ξέρω αφιλότιμη, θα χύσεις μαύρο δάκρυ

να είσαι πάντα σου εύχομαι, ζητιάνα στην αγάπη».

Μουσική - Στίχοι: Τσιτσάνης Βασίλης, Τραγούδι: Ιωάννα Γεωργακοπούλου, 1946

Το «αίτημα» λοιπόν, μας κάνει «ζητιάνους» ή αν προτιμάτε «επαίτες» του Άλλου. Το «αίτημα» προς τον Άλλο κυριαρχεί εντός μας. Αναρωτιόμαστε συνεχώς: «Άραγε, έπραξα σωστά;» ή «Πράγματι, οφείλω να πράξω κατά αυτόν τον τρόπο;» είτε «Τι πρέπει να πω, πως πρέπει να μιλήσω;». Απευθυνόμαστε στον Άλλο που κατοικεί εντός μας και του απευθύνουμε το «αίτημα» μας. Κατά βάση του ζητάμε να μας αγαπήσει. Με όλα τα χρέη μας προς αυτόν που προσπαθούμε να τα ξεπληρώσουμε μέσω όλων αυτών των «πρέπει» μας, του ζητάμε να μας αγαπήσει.

Αυτόν τον Φαντασιακό Άλλο, ο οποίος κατοικεί εντός μας, τον αγαπήσαμε πρώτοι εμείς. Με αυτή μας την αγάπη από Φαντασιακό τον κάναμε Πραγματικό, υπαρκτό, εντός μας. Αφού λοιπόν τον αγαπήσαμε τώρα γινόμαστε εμείς ζητιάνοι της αγάπης του.

Στο παραπάνω κομμάτι του Τσιτσάνη, το οποίο γράφτηκε στα 1946, ο Άλλος είναι γένους θηλυκού ώστε ο ίδιος ο στιχουργός γίνεται ζητιάνος της αγάπης της «αφιλότιμης». Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι για κάθε άντρα η γυναίκα, η θηλυκή γυναίκα είναι Άλλος - Έτερος. Η ύπαρξη του θηλυκού Άλλου είναι η αιτία της ζητιανιάς, της επαιτείας του στιχουργού μα και ο δημιουργός της επιθυμίας του για αγάπη: «Και μη μου δώσεις πρόσεξε, ό,τι κι αν σου γυρεύω, κλείσε την πόρτα σου καλά κι εγώ ας ζητιανεύω».

Όσοι από μας έχουμε εντός μας «ιερό και όσιο» αγαπάμε τον Άλλο και γινόμαστε, ως εκ τούτου, ζητιάνοι - επαίτες της αγάπης του μα αναγνωρίζουμε ότι χάρη σε αυτόν επιθυμούμε. Χάρη σε αυτήν την επιθυμία που μας δημιούργησε Εκείνος, νιώθουμε ζωντανοί και αυτήν θέλουμε να διατηρήσουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που τον παρακαλάμε να «μην μας δώσει ό,τι και αν του γυρεύουμε!». Θέλουμε να κρατήσουμε «ζωντανή» την επιθυμία μας, φοβόμαστε την έκλειψη της!  Για αυτό άλλωστε και «η ζητιανιά στην αγάπη» δεν αποτελεί κατάρα αλλά ευχή: «…να είσαι πάντα σου εύχομαι, ζητιάνα στην αγάπη!»

Όσοι αντίθετα, δεν τον πιστεύουμε φυσικά και δεν τον αγαπάμε. Τότε τον διαψεύδουμε σε ότι εκείνος απαιτήσει από μας. Τον ειρωνευόμαστε, δεν πιστεύουμε στην αγάπη του, όμως, ακόμα και τότε, τον έχουμε ανάγκη, τον καθιστούμε υπαρκτό. Μόνο και μόνο για να τον ειρωνευτούμε. Μόνο και μόνο για να τον περιγελάσουμε και να τον διαψεύσουμε.

Όπως και να χει αυτός ο Άλλος είναι αναγκαίος στην ζωή μας. Είναι εκείνος που την κάνει υποφερτή. Χωρίς Εκείνον η ζωή γίνεται … Πραγματική, αφόρητη πάει να πει!

Ακούστε τον ποιητή μας, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο πως μας περιγράφει τον Ζητιάνο της Αγάπης:        

«Στη Διαγώνιο, λίγο πιο πριν απ’ το φωτογραφείο του Μισέλ, πολλές φορές όταν περνούσα έβλεπα ένα γέρο λερό και λιγδιασμένο, πού κάθονταν κατάχαμα στο πεζοδρόμιο και ζήταγε απ’ τους περαστικούς βοήθεια. Οι νεαροί της Τσιμισκή, πού έκαναν τη βόλτα τους ως το σημείο εκείνο, φαίνεται ότι ένιωθαν ενοχλημένοι απ’ την παρουσία του-αν δεν του έριχναν καμιά δεκάρα, βλαστήμαγε μέσ’ απ’ τα δόντια του-κι έτσι τερμάτιζαν τη βόλτα τους στου Γκιγκιλίνη.

Ένα απομεσήμερο, καθώς περνούσα από κει, είδα μια ωραία κοπέλα, γύρω στα είκοσι πέντε, καλλονή της Τσιμισκή, πού στάθηκε μπροστά στο γέρο, του χαμογέλασε ανοιχτόκαρδα-με κάποια συγκατάβαση, ειν’ αλήθεια-κι ύστερα έσκυψε κοντά του, λύγισε τα γόνατα και, προσπαθώντας να μη λερωθεί, του πρότεινε απαλά το μάγουλό της. Ο γέρος, σα να ήξερε κι από άλλοτε, ζωήρεψε απότομα και άρχισε να τη φιλάει με βουλιμία, προσέχοντας κι αυτός μην την λερώσει. Τα μάτια του έλαμπαν από τη σπάνια ευτυχία. Μετά από κάμποσα φιλήματα, η ωραία ανασηκώθηκε παραμερίζοντας το γέρο και, όπως σκούπιζε τα μάγουλά της με το μαντηλάκι της, του είπε με γλυκιά φωνή: «Εντάξει; Φτάνει για τώρα. Άλλη φορά». Ο γέρος κάτι της ψιθύριζε σα να παραληρούσε, ενώ τα μάτια του είχαν γουρλώσει και τα σάλια του έτρεχαν. Η ωραία εξαφανίστηκε, και κάποιος είπε στους περίεργους που είχαν μαζευτεί, πώς κι άλλοτε του έτυχε να δει το ίδιο περιστατικό με την κοπέλα και το γέρο.

«Αυτό θα πει ζητιάνος της αγάπης», σκέφτηκα μέσα μου και μελαγχόλησα: χρόνια πολλά ζητιάνευα κι εγώ ένα φιλί, κι όμως κανείς δε βρέθηκε να μ’ ελεήσει».

Από τα μικρά πεζά ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ (Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004)

Τρίτη 26 Απριλίου 2022

Στου Μπελαμή Το Ουζερί

Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες, που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.

Αγαπώ σε τούτον τον κόσμο ό, τι κλαίει, γιατί μοιάζει με μένα.

Αυτά δήλωνε ο Νίκος ο Καββαδίας, σε ηλικία 19 ετών σε ένα αδημοσίευτο ποίημα του με τίτλο «Αγαπάω».

Αυτοί του οι στίχοι αντιπροσωπεύουν κι εμένα. Πράγματι, σ’ όλη μου την ζωή αγάπησα ό,τι κλαίει. Και το αγάπησα, ναι, γιατί μοιάζει εμένα. Πράγματι κλαίμε, και μάλιστα, μερικές φορές, δεν ντρεπόμαστε καν για αυτό. Το κλάμα μας μαρτυρά το εύθραυστο της συνείδησης μας. Είναι όμοιο με τον μύθο του Σοφού και της Πεταλούδας. Πρόκειται για τον Σοφό που ονειρεύεται ότι είναι Πεταλούδα και όταν ξυπνάει δεν γνωρίζει αν είναι ένας Σοφός που ονειρεύτηκε ότι είναι Πεταλούδα ή μια Πεταλούδα που ονειρεύτηκε ότι είναι Σοφός.

Τούτος ο μύθος που μας φανερώνει την εναλλαξιμότητα του Πραγματικού και του Ονειρικού κόσμου, αποτελεί επίσης έναν ποιητικό υπαινιγμό για την ευθραυστότητα της ταυτότητας μας.

Τούτος ο μύθος είναι όπως το κλάμα.  

Αυτό το «σπάσιμο» των ταυτίσεων μου έφερνε κλάμα στα μάτια μου, κάθε φορά που άκουγα το κομμάτι «Στου Μπελαμή το Ουζερί». Κάθε φορά έφερνα στην μνήμη μου την εικόνα του Γρηγόρη Μπιθικώτση, που είχα δει εκεί στην Ερτ, στα 1976, να τραγουδά το κομμάτι του Βίρβου  καθισμένος σταυροπόδι σε ένα τραπεζάκι του Μουσικού Καφενείου, να πίνει το ουζάκι του, να καπνίζει το τσιγάρο του και να τραγουδά το κομμάτι. Μια ανατριχίλα στο δέρμα και ένα δάκρυ πλημμύριζε τα μάτια. Ένα θλιμμένο άσμα.       

Ο Κώστας Βίρβος, στην δεκαετία του ΄60, «τα τσούζει» συχνά. Το «παλληκάρι το χλωμό το πικραμένο» γυρνάει από μπαρ σε μπαρ και πίνει. Το ποτό απελευθερώνει την ψυχή από την συνείδηση. Τώρα ο στιχουργός γράφει με περισσότερη ευχέρεια. Τα στιχάκια του «κατέβαιναν» με μεγάλη άνεση. Τότε το αυτί του ακούει ένα ρεφρέν από ένα Γαλλικό τραγούδι: Μπελ – Αμί (bel ami στα ελληνικά «ωραίος φίλος»). Το άκουσμα αυτό αρέσει στον Βίρβο. Αυτή την γαλλική φράση την «κάνει» ένα ελληνικό όνομα γένους αρσενικού: Μπελαμής. Με κεντρικό θέμα τον Μπελαμή, λοιπόν, προσθέτοντας τα προσωπικά του βιώματα, γράφει ένα από τα πιο όμορφα και διαχρονικά τραγούδια, το οποίο «ντύνεται» από την μουσική του Γρηγόρη Μπιθικώτση.      

  Του «Μπελαμή το ουζερί» ήταν ένα από τα τραγούδια που ακούστηκαν τον Μάρτη του 1976 στη θρυλική «Μουσική βραδιά» του Γιώργου Παπαστεφάνου, η οποία ήταν αφιερωμένη στον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Οι αφηγήσεις του Γιώργου Παπαστεφάνου, που συνοδεύουν την ανάρτηση του τραγουδιού στο κανάλι του στο Youtube, είναι χαρακτηριστικές:

«Παράλληλα τότε, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με την ιδιότητα πια και του συνθέτη, άρχισε να ηχογραφεί και μια σειρά από δικά του τραγούδια, που βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση. Ένα απ’ αυτά «Του Μπελαμή το ουζερί» σε στίχους Κώστα Βίρβου. Όταν το 1976 με την Δάφνη Τζαφέρη αφιερώναμε στον Γρηγόρη Μπιθικώτση μια Μουσική βραδιά, το σκηνικό του Μπελαμή που φτιάξαμε στο στούντιο έδειχνε ένα σκέτο καφενέ, εντελώς διαφορετικό από το εντυπωσιακό παλιό στέκι του Πειραιά, που φέρει το ίδιο όνομα. Τότε ακόμη στην τηλεόραση, ο στα Γρηγόρης είχε την άδεια να ανάψει το τσιγάρο του».[1]



[1] Για όσους δεν μπορούν να δουν το βίντεο, η διεύθυνση είναι: https://www.youtube.com/watch?v=nbYY-FCLT-o&t=149s