Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Να πως έγινα ιδεοψυχαναγκαστικός!

 

Στη διάρκεια του δεύτερου έτους της ζωής, στην περίοδο «του σταδίου του καθρέφτη» διανύουμε την χρονική περίοδο η οποία είναι αφιερωμένη στην κυριαρχία (έλεγχο) του αντικειμένου, στο μέτρο κατά το οποίο δρα η ενόρμηση της κατίσχυσης. Η εικόνα του σώματος μου στον καθρέφτη είναι πανέμορφη. Βλέπω ένα σώμα ενιαίο, ολοκληρωμένο, εντελώς διαφορετικό με τα κομμάτια του που βιώνω καθημερινώς. Η εικόνα αυτή, με την βοήθεια της μαμάς, εσωτερικεύεται από εμένα. Αυτή η εσωτερίκευση γίνεται με την ενόρμηση της κατίσχυσης. Πρέπει να ελέγξω αυτό το σώμα. Η εσωτερίκευση, με άλλα λόγια, η ταύτιση μου με αυτό το σώμα που βλέπω, θα γίνει βίαια. Άλλωστε κάθε ταύτιση είναι βίαιη. Μόνο έτσι θα μπορέσω να κυριαρχήσω πάνω σε αυτό το «ε(κσ)ωτερικό» εικονικό αντικείμενο. Πρέπει να χειριστώ τόσο αυτό το σώμα όσο και την μαμά η οποία με την λαχτάρα της για μένα - άλλωστε είναι πολύ πιο δυνατή από μένα - θα με καταβροχθίσει. Με απειλεί η μαμά, με διώκει, το βλέπω, το νιώθω. Ναι, είναι εκείνη που με ταΐζει, όμως είναι, ταυτόχρονα,  και εκείνη που με λαχταρά, που καταργεί κάθε απόσταση ανάμεσα στο εικονικό μου σώμα και σε εκείνη. Γενικά, πρέπει να ελέγξω οτιδήποτε «ε(κσ)ωτερικό» βρίσκεται στο περιβάλλον μου. Για να το ελέγξω πρέπει να «το κάνω δικό μου». Τούτη η χρονική περίοδος είναι η περίοδος που πρέπει να αναπτύξω όλες τις χειριστικές μου ικανότητες. Ως εκ τούτου, ως αποτέλεσμα του χειρισμού τα αντικείμενα του περιβάλλοντος μου διακρίνονται σε «χρήσιμα» ή «άχρηστα».

Η ενόρμηση της κατίσχυσης είναι μια ενστικτώδης ενόρμηση (ανάγκη ελέγχου του περιβάλλοντος). Μιλάμε για την πρωτογενή τάση κυριαρχίας του εαυτού (έλεγχος του ίδιου μας του σώματος, έλεγχος των διεγέρσεων, έλεγχος της λειτουργίας μας). Η αντιδιαστολή της κυριαρχίας του εαυτού στην οποία δεσπόζει η εν λόγω ενόρμηση το αντίθετο άκρο της σχετίζεται με τη φοβία της παρόρμησης. Πρόκειται για το φόβο (την αγωνία) να αναβλύσει η επιθυμία μιας πράξης αυτοκαταστροφικής ή ετεροκαταστροφικής. Εδώ το υποκείμενο αισθάνεται ανεπαρκώς προστατευμένο από τις ίδιες του τις παρορμήσεις. Για να προστατεύσει τον εαυτό του καταφεύγει σε μέτρα που περιλαμβάνουν ένα τρίτο πρόσωπο – προστάτη (έλλειψη εσωτερικευμένων προστατευτικών γονιών). Η φάση της δράσης της ενόρμησης της κατίσχυσης διαιρείται σε δύο φάσεις: πρώτη πριν το μυϊκό έλεγχο των σφιγκτήρων με απώλεια και καταστροφή κοπράνων («χάνω τα κακά μου». Αυτό το υποκείμενο το βιώνει ως ευνουχισμό και δεύτερη μετά την κατάκτηση του μυϊκού έλεγχου των σφιγκτήρων.

Στην διάρκεια αυτής της φάσης, τώρα έχω την ευκαιρία να αποφασίσω: α) αν θα κρατήσω το αντικείμενο (κόπρανα) για την αυτοερωτική μου ικανοποίηση. Σε αυτήν την περίπτωση επιτίθεμαι - αντιτίθεμαι στη μαμά και κυριαρχώ επάνω της. Ικανοποιούμαι έτσι, αυτοερωτικά τόσο «ματαιόδοξα» επειδή βασανίζω τη μαμά, όσο και από τη διέγερση του βλεννογόνου του εντέρου από την κατακράτηση των κοπράνων. Μπαίνω έτσι στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση β) Αν θα δώσω τα κόπρανα στη μαμά (στάση αγάπης προς το αντικείμενο, κατά την οποία θυσιάζει το αντικείμενο – κόπρανα στην αγάπη).

Στην περίπτωση της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης επενδύω (γεμίζω) μαζικά το αντικείμενο και μαζικά το αποεπενδύω διότι, πολύ απλά η όποια συναλλαγή με το αντικείμενο βιώνεται από μένα ως απειλητική. Είναι σα να χάνω τα όρια μου (σαν να επέρχεται σύγχυση ανάμεσα στο Εγώ – και στο Μη Εγώ) στην εγγύτητα με το αντικείμενο. Επενδύω στο αντικείμενο αλλά δεν μπορώ να το κρατήσω. Δεν μπορώ να το διατηρήσω κοντά μου. Όταν πάω να κάνω επαφή με το αντικείμενο και αυτό με τρομάζει, επειδή αναπαρίσταται ως διωκτικό, αυτό νιώθω  να θίγει το εσωτερικό ναρκισσιστικό μου κύκλωμα: μόλις πάω να επενδύσω στο αντικείμενο ένα μέρος από τη (ναρκισσιστική) λιμπιντική ενέργεια, αυτό βιώνεται σαν ναρκισσιστική απώλεια (ναρκισσιστική αιμορραγία) και αυτό είναι απειλή για τον ψυχισμό μου.

Επειδή η συναλλαγή με το αντικείμενο θα ισοδυναμούσε με ψυχική αιμορραγία (απώλεια του ναρκισσιστικού μου αποθέματος) εγκυστώνω βάζω μέσα μου το αντικείμενο με σκοπό να το ακινητοποιήσω ώστε να μην υπάρχει η συναλλαγή μαζί του. Πρόκειται για φαντασίωση λιμπιντικά επενδεδυμένη, δηλαδή μέσω αυτής ικανοποιούμαι στο μέτρο που μου επιτρέπει να βάζω μέσα μου κάτι και να έχω την ιδέα ότι μπορώ να το αφανίζω και να το συγκρατώ (ψευδαίσθηση παντοδυναμίας). Το αφανίζω απέξω και το συγκρατώ εντός μου: έτσι μέσω της ενσωμάτωσης χάνεται ως αντικείμενο. Συχνά, τα συναισθήματα που νιώθει  κανείς για το αντικείμενο είναι τραυματικά (μη αποδεκτά) επειδή διαταράσσουν την ναρκισσιστική αυτάρκεια του υποκειμένου. «Το να αγαπάς είναι σαν να ζεις μια απώλεια», έλεγε ένας αναλυόμενος.  Πρέπει αυτό το αντικείμενο να πάψει να υπάρχει ως τέτοιο. Ενσωμάτωση σημαίνει καταβρόχθιση. Καταβροχθίζοντας αφανίζω τον άλλο. Όμως, πέφτω στην «παγίδα» και εγώ ο ίδιος διότι έτσι ακινητοποιούμαι και εγώ. Πρόκειται για την ακινητοποίηση του αντικειμένου να μην «κουνιέται» τίποτα (να είμαστε ένα Εγώ και Αυτό [απώλεια των ορίων]).

Μέσα στην ακινητοποίηση του αντικειμένου ακινητοποιείται και το υποκείμενο (ιδού η κατάληξη του δράματος ): ακινητοποιώ και ακινητοποιούμαι, αποφεύγω τη συναλλαγή. Δεν υπάρχει εδώ το πάρε – δώσε της συναλλαγής. Πράγματι, ο κύριος σκοπός είναι να φτιάξω τα όρια μέσα μου και να έρθω σε συναλλαγή με τον άλλον. Αντίθετα, με τον δικό μου τρόπο της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης δεν αφήνω «χώρους» ελεύθερους, δεν αφήνω κενά χρονικά διαστήματα. Σε ένα «χώρο» ελεύθερο θα βάλω μέσα μου στοιχεία από το περιβάλλον για να οικοδομήσω το Εγώ μου (Ego building). Στον εν λόγω (αμυντικό) μηχανισμό, όταν πάει να δημιουργηθεί αυτός ο χώρος τον γεμίζω αμέσως για να μην δομηθεί το Εγώ μου ούτε και η αντίθεση Εγώ -Μη Εγώ (μέσα – έξω) που δημιουργείται παράλληλα με το Εγώ μου.

 Αποτέλεσμα αυτού είναι η αναίρεση, η παύση του «παιχνιδιού» του μέσα – έξω, μέσω της συγκράτησης μέσα μου και της εξαφάνισης του αντικειμένου. Αν μπει μέσα μου κάτι (π.χ δόμηση του Εγώ στη θεραπεία) αυτό μπορεί να το βιώνω ως βιασμό (το αντικείμενο αναπαριστάται ως διωκτικό, ως βίαιο) οπότε γεμίζω, «πληρώνω» τα πράγματα έτσι ώστε να μην υπάρχει η συναλλαγή με το αντικείμενο. Η κατάσταση αυτή αποτελεί έναν πολύ πρώιμο αμυντικό μηχανισμό που προστατεύει όμως το Εγώ μου από το πήγαινε – έλα της συναλλαγής, σε περιπτώσεις πολύ πρωτόγονων ψυχισμών, όπου το υποκείμενο δεν μπορεί ακόμα ούτε και να σχάσει το αντικείμενο (να το διχοτομήσει σε «καλές» και «κακές» πλευρές), ώστε να υπάρχει η συναλλαγή με το «καλό» αντικείμενο. Αφορά στον έλεγχο των εισβολών: καθίσταται σιγουριά εναντίον της αποδιοργάνωσης και τη+ς ψυχικής αποδόμησης. Αποφεύγω έτσι, μέσω της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης οποιοδήποτε «ναρκισσιστικό πλήγμα[1]».

Στη ανάλυση ο αναλυόμενος μπορεί μέσω του μηχανισμού αυτού να ακινητοποιεί τον αναλυτή του: ο αναλυτής αισθάνεται να «παραλύει» να ακινητοποιείται, δεν μπορεί να είναι δεκτικός.



[1] Η μη αναγνώριση του εαυτού από τον Άλλο (απόρριψη) συνιστά ίσως την πιο βασική μορφή προσβολής του Εγώ (ναρκισσιστικό πλήγμα). Η απόρριψη *γεννά μια αγωνία που εκλύει βία. Η άρνηση εαυτού από τον άλλο συνιστά ναρκισσιστικό πλήγμα. Kατά τον Lacan μόνο από την αναγνώριση της επιθυμίας του από τον άλλο το ανθρώπινο όν κατακτά τη θέση του υποκειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου