Ο αναλυτής που ταιριάζει στον καθένα είναι κατ’ αρχάς ο αναλυτής που επιλέγει ο καθένας. Γιατί αυτή η επιλογή πραγματοποιείται με βάση τη μεταβίβαση καθενός προς την ψυχανάλυση, όποιος κι αν είναι ο χαρακτήρας αυτής της μεταβίβασης (ισχυρή, ασθενής, προϊόν επεξεργασμένης σκέψης, αφημένη στην τύχη, κλπ) και του δικαιολογημένου ή μη χαρακτήρα αυτού που αναμένεται από την ψυχαναλυτική θεραπεία.
Υπάρχει πάντα μια περισσότερο ή λιγότερο σημαντική δόση παρανοήσεων. Κατά βάθος, ο υποψήφιος εμπλέκεται σε ένα εγχείρημα, για το οποίο δεν μπορεί να έχει ιδέα προτού να το βιώσει. Δεν γνωρίζει τι σημαίνει ψυχανάλυση παρά μόνο εκ των υστέρων. Και το γνωρίζει πάντοτε ατελώς, δηλαδή στο μέτρο της διαδρομής που ο ίδιος κατάφερε να κάνει.
Η γνώση πάνω σε αυτό που συνιστά την ανάλυση είναι λοιπόν πάντοτε περιορισμένη μέχρι το σημείο που μπόρεσε να τη βιώσει.
Ο αναλυόμενος εμπλέκεται, λοιπόν, σε αυτή την εμπειρία με βάση τις προκαταλήψεις του. Επιλέγει τον αναλυτή του με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με βάση κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του αναλυτή που καθιστούν αυτόν τον τελευταίο αναγνωρισμένο εκπρόσωπο του ψυχαναλυτικού λόγου. Μετράνε, ωστόσο, και πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που κάνουν αυτό το πρόσωπο αγαπητό. Η αγάπη της μεταβίβασης βρίσκεται στα θεμέλια της ψυχανάλυσης. .
Ο υποψήφιος αναλυόμενος, όπως και αυτός που έγινε εν συνεχεία αναλυόμενος, αγαπούν τη γνώση που υποθέτουν στον αναλυτή και αγαπούν αυτόν τον τελευταίο ως τον θεματοφύλακα αυτής της γνώσης. Ο αναλυτής που ταιριάζει στον καθένα, είναι ο αναλυτής που εγείρει αυτήν την αγάπη της μεταβίβασης. Χωρίς αυτό το στοιχείο, η ψυχανάλυση είναι αδύνατη. Συγκριτικά με αυτό, όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα: αν ο αναλυτής είναι άντρας ή γυναίκα, ψηλός ή κοντός, γιατρός ή όχι, κ.λπ... Αλλά ακριβώς αυτό που είναι δευτερεύον, συνιστά τη φαντασιακή έκφραση του κινήτρου για ψυχανάλυση: της αγάπης της μεταβίβασης.
Συνεπώς, ο αναλυτής που ταιριάζει στον καθένα, είναι ο αναλυτής τον οποίο αυτός αγαπά, τον οποίο δύναται να αγαπήσει.
Είναι ο αναλυτής του οποίου το πρόσωπο τού μιλά. Αλλά αυτός «ο αναλυτής τον οποίο αγαπά», αυτός που εγείρει στον αναλυόμενο την επιθυμία να του απευθυνθεί, είναι πραγματικά ψυχαναλυτής;
Πώς θα μπορούσε να το γνωρίζει κανείς αυτό a priori; Και μπορεί να είναι ποτέ σίγουρος γι’ αυτό; Σε αυτό το σημείο εισέρχεται το ζήτημα της πιστοποίησης του αναλυτή. Οι ψυχαναλυτικές εταιρείες μπορούν να εγγυηθούν ότι τα μέλη τους έχουν δεχθεί την κατάλληλη εκπαίδευση. Όμως αυτό δεν εξασφαλίζει ότι ο καλά εκπαιδευμένος αναλυτής θα μπορεί να σταθεί σε όλες τις περιπτώσεις στο ύψος της ψυχαναλυτικής πράξης.
Υπάρχει, λοιπόν, μια ζώνη πέρα από την κεκτημένη και πιστοποιημένη από τους ψυχαναλυτικούς θεσμούς εκπαίδευση, όπου μόνη εγγύηση της ψυχαναλυτικής πράξης είναι αυτό που ο Λακάν είχε αποκαλέσει «επιθυμία του αναλυτή». Είναι αυτή η επιθυμία που στο βάθος εξασφαλίζει την ψυχαναλυτική πράξη. Αλλά αυτή η επιθυμία πρέπει να διαμορφωθεί και πρέπει να ελεγχθεί για να παραμείνει ζωντανή και σε λειτουργία, όπως αρμόζει στη θεραπεία.
Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο των αποκαλούμενων «εποπτειών» της θεραπείας, στις οποίες προστρέχει ο αναλυτής για να παραμένει πραγματικά αναλυτής κι όχι ένας «επαγγελματίας» που εφαρμόζει μια γνώση που έχει αποκτήσει, υποτίθεται, άπαξ δια παντός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου