Επιθετικότητα: Πρόκειται για συμπεριφορές φανταστικές ή πραγματικές που σκοπεύουν να βλάψουν το περιβάλλον, να το καταστρέψουν, να το ταπεινώσουν κ.λ.π.
Εκτός από κίνηση βίαια και καταστροφική, η επιθετικότητα εκφράζεται π.χ μέσω ειρωνείας («πουλάει πνεύμα») ή μέσω χυδαίων (άσεμνων) υπονοούμενων.
Άλλο παράδειγμα επίσης, μπορεί να είναι το πάχος: υπέρβαρα άτομα ως μέσον επίθεσης κατά του περιβάλλοντος. Κατά τον Freud οι πρώτες απόπειρες του παιδιού να αποπλανήσει, να σαγηνεύσει το περιβάλλον του αφορούν σε επιθετικές εκδηλώσεις.
Υπάρχουν πολλές μορφές βίας, όπως π.χ. η ασκούμενη τηλεοπτικώς ιδεολογική βία, η οποία μοιάζει να εμποδίζει συστηματικά τη σκέψη και τη διάδοση των ιδεών και ευνοεί μια επιδερμική μόνον κατανόηση της πραγματικότητας. Η βία που ασκείται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εκτός από ιδεολογική μπορεί να είναι πολιτική, αισθητική, συναισθηματική και γλωσσική.
Από την άλλη, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ταύτιση προϋποθέτει βία:
α) Προς το αντικείμενο ( ενορμητική κίνηση): Όταν ταυτίζομαι με το αντικείμενο το αφομοιώνω, το παίρνω, το απορροφώ με αποτέλεσμα αυτό να εξαφανίζεται, να χάνεται.
β) Προς το Εγώ: Δεν είμαι, όπως πριν. Αλλοιώνομαι, αλλοτριώνομαι αφού παίρνω άλλο υλικό μέσα μου. Αλλάζω τον εαυτό μου σύμφωνα με τα ερεθίσματα μου που δέχομαι από τον Άλλο.
Η επιθετικότητα που έχουμε μέσα μας μάς δημιουργεί ενοχές: είναι η απωθημένη επιθετικότητα η οποία οδηγεί σε ενοχές αντί να εκφορτίζεται. Νοιώθουμε ενοχές εξ’ αιτίας των επιθετικών μας προθέσεων.
Να ένα κλινικό παράδειγμα:
Νεαρή σε ανάλυση, εδώ περίπου και ένα χρόνο, με συχνότητα μιας συνεδρίας εβδομαδιαίως. Εδώ και μερικούς μήνες δυσκολευόταν να μιλάει μολονότι είναι δεδομένο το κίνητρό της για τη ανάλυση. Πρόκειται για αντίσταση στη ανάλυση, οφειλόμενη, όπως όλες οι μορφές αντίστασης, στην μεταβίβαση. Ο αναλυτής με διάφορες «κινήσεις» (ψυχαναλυτική τεχνική) διευκόλυνε την εκφραστικότητα της αναλυόμενης. Η τελευταία είπε σε κάποια συνεδρία, αναφερόμενη στη σχέση με τη μητέρα της: «Παλαιότερα, γύρω στα 17 – 18, κάθε φορά που η μάνα μου έμπαινε στο δωμάτιο μου έβρισκα αλλαγμένα κάποια πράγματα μέσα, γινόταν χαμός…Το τι έλεγα, το τι εκσφενδόνιζα…πράγματα πετιόνταν κάτω». Πρόκειται για βία της αναλυόμενης προς τη μητέρα της. Ιδού μια πιθανή κατανόηση της αντίστασης της αναλυόμενης στη ανάλυση (κατανόηση του λανθάνοντος νοήματος): η αναλυόμενη εκφράζει το άγχος μήπως εισβάλει μέσα της ο αναλυτής και αλλάξει τα «πράγματα» μέσα στο εσωτερικό της (εσωτερικό της δωμάτιο) και ο επακόλουθος φόβος μήπως, τότε, του επιτεθεί βίαια όπως επιτίθετο στη μαμά της.
Υπάρχουν δύο είδη ενορμήσεων: η ενόρμησης της ζωής και εκείνη του θανάτου.
Όταν λέμε «ενόρμηση ζωής» (ή έρως) εννοούμε ό,τι δένει, ό,τι ενώνει (ένωση, συγκρότηση όλο και μεγαλύτερων ενοτήτων) σε αντίθεση με την «ενόρμηση του θανάτου» που σκοπεύει στις αποσυνδέσεις (όποια μορφή αποσύνδεσης, λόγου χάρη η αποεπένδυση από το αγαπώμενο αντικείμενο).
Οι ενορμήσεις της ζωής αφορούν σε διαδικασία που στοχεύει στην ένωση των απομονωμένων ατόμων, των οικογενειών, των φυλών, των λαών, των εθνών σε μια ευρύτερη ενότητα: οργανωτικός ρόλος της ενόρμησης της ζωής, προαγωγή της ανθρωπότητας (πρόγραμμα πολιτισμού). Όλος ο θόρυβος της ζωής προέρχεται κυρίως από την ενόρμηση της ζωής.
Οι ενορμήσεις θανάτου αντίθετα, χαρακτηρίζονται από την προσπάθεια αποσύνδεσης, καταστροφής της ενότητας του οργανισμού. Πρόκειται για ενορμήσεις που κατευθύνονται ενάντια στις πλευρές του Εγώ, οι οποίες τίθενται στην υπηρεσία της ζωής. Είναι μια πρωτογενής δύναμη καταστροφής η οποία στοχεύει στην καταστροφή του Εγώ[1].
Τελικά: Το Εγώ κυριαρχείται και από πλευρές της ενόρμησης του θανάτου (εκμηδενισμός του εαυτού, τάσεις που διεργάζονται και την προσωπική μας καταστροφή). Αφορούν γενικότερα στην αυτοκαταστροφή.
Η ενόρμηση θανάτου ή καταστροφής είναι η δύναμη που αντιτίθεται στις ενωτικές δυνατότητές μας (αποσύνθεση ενοτήτων) και που σπρώχνει στην ταχύτερη – συχνά βίαιη - εκφόρτιση. Αντιτίθεται έτσι, στην αναστολή της πράξης. Δρα εναντίον των επενδύσεών μας, και εναντίον των σχέσεων μας με το αντικείμενο.
Το δίλλημα του υποκειμένου σε σχέση με το αντικείμενο είναι: να ξεφύγω ή να επεξεργαστώ. Σε καταστάσεις σύγκρουσης με το αντικείμενο το υποκείμενο μπορεί να επιλέγει την αποφυγή της επεξεργασίας των προβλημάτων μέσω μιας σιωπής η οποία δεν μένει μόνο στο επίπεδο του λόγου αλλά προεκτείνεται και ως εσωτερική σιωπή - αποεπένδυση (αίσθηση κενού). Εδώ πρόκειται για βίωμα αναπαραστατικού κενού, ενδεικτικό της αποσυνδετικής δράσης που διατρέχει την ψυχή. Συχνά το υποκείμενο που «ξεφεύγει» μπορεί να χρησιμοποιεί τον ύπνο ως επιπρόσθετο μηχανισμό αποφυγής της κατάστασης που προκαλεί την δυσφορία. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για κατάσταση χειμερίας νάρκης, η οποία αποτελεί το ύστατο ναρκισσιστικό καταφύγιο, και καταδεικνύει την πρόσκαιρη απόσυρση από την αναπαράσταση του αντικειμένου και της σχέσης του μ’ αυτό. Είναι ένας βαθύς ύπνος χωρίς όνειρα, χωρίς δείγμα ζωής που μοιάζει μ’ έναν προσωρινό θάνατο.
Κατά την ψυχαναλυτική διαδικασία διαπιστώνουμε την παρουσία της ενόρμησης του θανάτου κυρίως από τις παρατηρήσεις στις δυσκολίες ή στις αποτυχίες θετικών αποτελεσμάτων (αρνητική θεραπευτική αντίδραση του αναλυόμενου).
Επίσης τη βλέπουμε στο μαζοχισμό αλλά και στο ασυνείδητο αίσθημα ενοχής ή στην ασυνείδητη ανάγκη τιμωρίας.
Η ενόρμηση θανάτου βρίσκει το χώρο της στους μηχανισμούς αποτυχίας στη ζωή μας.
Επίσης στον εξαναγκασμό εκείνων των επαναλήψεων (ψυχαναγκασμός της επανάληψης) από τις οποίες το υποκείμενο δεν αντλεί ικανοποίηση (βρίσκονται πέραν της αρχής της ευχαρίστησης και είναι απολαυστικές διεγέρσεις). Πρόκειται για βίαιες αναγκαστικές επαναλήψεις, «θυσίες» των δυνατοτήτων του εαυτού μας κάτω από την πίεση επαναληπτικών εκφορτίσεων (π.χ αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, εξαρτήσεις πάσης φύσεως από ουσίες ή ιδεολογήματα προς πολιτικές ενορμητικές κινήσεις). Ακόμα «θυσίες» των δυνατοτήτων μου υπό την πίεση απαιτήσεων του υπερεγώ[2], σε ορισμένους ψυχαναγκασμούς (αυστηρό και άκαμπτο αυτοεπιθετικό Υπερεγώ).
Μιλάμε για ενόρμηση του θανάτου όπως τις βλέπουμε στη σωματοποίηση[3].
Όταν το ψυχικό μας όργανο διεγείρεται είτε έξωθεν είτε έσωθεν (ενορμητικές τασεις), τότε προκύπτει ένταση - αναστάτωση. Για παράδειγμα, δεν έχω φάει (έσωθεν διέγερση). Προκύπτει τότε ένταση (πείνα) την οποίαν ο ψυχισμός μας καλείται ν’ αντιμετωπίσει. Με προπηλάκισε ο διευθυντής μου (έξωθεν διέγερση). Ιδού πάλι ένταση (θυμός) την οποία το ψυχικό όργανο έχει να διαχειριστεί.
Γενικότερα, η ενόρμηση του θανάτου αφορά σε αποσυνδέσεις, αποεπενδύσεις, αποδεσμεύσεις από την ευχαρίστηση (αφανισμός της επιθυμίας), σβήσιμο των διεγέρσεων (μείωση της ψυχικής διέγερσης).
Διακρίνουμε δύο κατευθύνσεις της ενόρμησης του θανάτου: α) προς το εσωτερικό πεδίο, τότε μιλάμε για αυτοκαταστροφή και β) προς το εξωτερικό πεδίο τότε μιλάμε για καταστροφή του Άλλου ή επιθετικότητα.
Εν κατακλείδι: Όταν η ενόρμηση του θανάτου στρέφεται (προβάλλεται) προς τα έξω τότε μιλάμε για επιθετική ενόρμηση, με άλλα λόγια για βία η οποία οδηγεί στην καταστροφή του αντικειμένου[4].
Επιθετική ενόρμηση (βία): πρόκειται για την ενόρμηση του θανάτου στραμμένη προς τα έξω. Ο σκοπός της επιθετικής ενόρμησης είναι η καταστροφή του αντικειμένου.
Μόνο εν μέρει το υποκείμενο κατορθώνει να κατευθύνει την καταστροφικότητα του εκτός εαυτού. Το κατάλοιπο που μένει μέσα μας δρα εναντίον των συνδέσεων μας. Με αυτήν την έννοια, η κατεύθυνση της καταστροφικότητας προς τα έξω έχει ως ευεργετικό αποτέλεσμα την ανακούφιση του υποκειμένου από τις εσωτερικές εντάσεις που το διαταράσσουν. Επειδή οι ενορμήσεις του θανάτου ενεργούν σιωπηλά, δεν τις αναγνωρίζουμε παρά μόνο όταν ενεργούν προς τα έξω. Προς τα έξω (ενάντια στον κόσμο και τα άλλα έμβια όντα) τα αποτελέσματα των ενορμήσεων του θανάτου είναι προσιτά, έκδηλα. Η παρουσία της καταστροφικότητας γίνεται φανερή στις σαδομαζοχιστικές καταστάσεις, αλλά ακόμα περισσότερο στις περιπτώσεις αυτοκτονίας, στις ψυχώσεις, στις διαστροφές, στις ψυχοσωματικές καταστάσεις κ.λ.π.
Από όσα ανάφερα προκύπτει το ερώτημα: Πώς αντιμετωπίζει ο καθένας μας κάποιες μεγάλες εντάσεις[5]; Τι πεπρωμένο μπορεί να έχουν μέσα μας οι έσωθεν διεγέρσεις (ενορμητικό υλικό που ζητά την ικανοποίησή του) και οι έξωθεν (προερχόμενες από το εξωτερικό περιβάλλον); Ποιο είναι το πεπρωμένο των σωματικών και ψυχικών μας διεγέρσεων (πάσης φύσεως ματαιώσεις), όταν η ποσότητα τους είναι δυσβάσταχτη και όταν εισβάλλοντας τραυματίζουν τον ψυχικό μας ιστό; Οι εντάσεις μας μπορούν να έχουν δύο πιθανά «πεπρωμένα»: είτε «παίρνουν το δρόμο» της ψυχικής επεξεργασίας είτε αυτόν της εκφόρτισης.
Εδώ είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ότι ο διαχωρισμός των ενορμήσεων (της ζωής και του θανάτου) δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικός όσο υπάρχει ζωή. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια μείξη των δύο ενορμήσεων. Ο σκοπός της μείξης (διαπλοκής) των ενορμήσεων είναι η λίμπιντο να μετριάζει την ενόρμηση του θανάτου (οργανωτικός σκοπός).
Όσο η ενόρμηση της καταστροφής είναι πιασμένη και δεμένη στο υφάδι της λίμπιντο η σύζευξη των δύο ανταγωνιστικών ενορμήσεων στηρίζει το ρεύμα της ζωής.
Αν οι δεσμοί χαλάσουν, τότε συμβαίνει η απόμειξη των δύο ενορμήσεων η οποία και είναι η αιτία πάσης φύσεως παθολογικών εικόνων και συνεπειών:
Α) Περιπτώσεις στις οποίες η λιμπιντινική ενόρμηση (ενόρμηση της ζωής) «πηγαίνει» μόνη της: έχουμε τότε μια ακινησία μια καταστροφή στο πεδίο του έρωτα. Το υποκείμενο επενδύει το αντικείμενο τόσο μαζικά, ώστε δυσκολεύεται να διαφοροποιηθεί από αυτό: «κολλάει» σαν «βεντούζα» στο αντικείμενο και δεν «ξεκολλάει. Πρόκειται για αχαλίνωτη λίμπιντο. Εδώ είναι αναγκαία η δράση ενός αρνητικού, δηλαδή της ενόρμησης του θανάτου[6] (μείξη, διαπλοκή) η οποία αποσυνδέοντας θα επιτρέψει μια υποφερτή απόσταση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο: προκύπτει,τότε, η ανάβλυση και επεξεργασία της επιθυμίας μέσω της απόστασης. Η ενόρμηση του θανάτου αποσυνδέει, εισάγει την απόσταση η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη ψυχικής επεξεργασίας. Πρόκειται για την εγκατάσταση της απόστασης ανάμεσα στο Εγώ και το αντικείμενο (διαχωρισμοί, διαφοροποιήσεις του μέσα – έξω). Ούτε τις ψυχικές μας δομές ούτε το αντικείμενο μας μπορούμε να δούμε έξω από τη διαφοροποίηση (αναλυόμενος ψυχωτικός, όταν ρωτήθηκε από τον αναλυτή του να πει πως φαντάζεται το εσωτερικό ενός σπιτιού που θαυμάζει, το περιέγραψε ως ένα ενιαίο χώρο άνευ χωρισμάτων!).
Συμπερασματικά, η σεξουαλικότητα, οργανωτικό στοιχείο της ζωής του ανθρώπου μπορεί να γίνει στοιχείο αποδιοργάνωσης (κόλλημα στο υποκείμενο), όταν η ψυχική εργασία της μετατροπής των διεγέρσεων (διαπλοκή των ενορμήσεων ) απουσιάζει. Η καλύτερη διαπλοκή των ενορμήσεων έχει ως αποτέλεσμα αφενός την καλύτερη οριοθέτηση και οργάνωση του Εγώ και αφετέρου τη διαφοροποίηση από το αντικείμενο.
Τελικά, η ενόρμηση του θανάτου έχει και μη θανατηφόρες επιδράσεις στην ψυχική μας ζωή, εφόσον, διαχωρίζοντας, διαφοροποιεί αλλά και ανακόπτει τη ροή των λιμπιντικών κινήσεων η ορμή των οποίων, αν δε μετριαστεί, μπορεί να καταστούν παράγοντες αποδιοργάνωσης του Εγώ, π.χ πάθος ανεξέλεγκτο. Πρόκειται για την μεταλλακτική αξία της μείξης των δυο ενορμήσεων.
Β) Περιπτώσεις στις οποίες η ενόρμηση της καταστροφής «πηγαίνει» μόνη της: Προκύπτουν βίαιες επαναληπτικές πράξεις ή «χτυπώ το ίδιο μου το σώμα» (π.χ ψυχοσωματικό νόσημα). Μόνη της η ενόρμηση θανάτου μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο βιολογικό θάνατο (ωμές εκφράσεις της καταστροφικότητας).
Η ενόρμηση της ωμότητας σχετίζεται με την ανδρική σεξουαλικότητα: Ο άνδρας έχει μια ροπή να υπερνικά την αντίσταση του σεξουαλικού αντικειμένου ώστε να ικανοποιεί τις επιθυμίες του. Αυτό συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση του αντικειμένου απλά και μόνον για να ανακουφίζεται το υποκείμενο (χειριστική σχέση με το αντικείμενο). Όταν δρα η ενόρμηση της ωμότητας δεν με ενδιαφέρει τι αισθάνεται το αντικείμενο πάνω στο οποίο «ξεσπάω». Δεν το αναγνωρίζω, δεν το λαμβάνω υπόψη μου. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η αποφόρτιση (άδειασμα): βγάζω (προβάλλω) τις κακές μου διεγέρσεις πάνω στο αντικείμενο και θέλω να το καταστρέψω. Πρόκειται για Πρωτογενή προβολή: Εδώ γίνεται λόγος για καταστροφικότητα. Δεν με ενδιαφέρει το αντικείμενο, με ενδιαφέρει μόνο να το «ξεφορτωθώ». Η πρώιμη συναισθηματική διάδραση του παιδιού με το περιβάλλον του είναι φορτισμένη με καχυποψία και επιθετικότητα: η ενστικτώδης βία μαζί με τις σεξουαλικές ενορμήσεις αποτελούν ένα γνήσιο δυναμικό που υπάρχει στο συναισθηματικό εξοπλισμό του κάθε νεογέννητου.
Σε αυτήν την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την τυφλή βία (πρωτογενής) ή καταστροφικότητα (ενόρμηση καταστροφής). Δεν με ενδιαφέρει αν πρόκειται π.χ για τη μάνα μου ή τον πατέρα μου κ.λ.π. αρκεί να «φύγει από πάνω μου το βάρος»: ανακούφιση της έντασης εκφορτιστικά σε ένα επίπεδο (βίαιης) πράξης και συμπεριφοράς.
Αυτά επί του παρόντος, περί επιθετικότητας – καταστροφής. Ελπίζω να βοηθήσουν όσους …ενδιαφέρονται!
[1] Κατά τον Freud το Εγώ για να ξεφύγει από αυτήν την απειλή – την απειλή της καταστροφής του Εγώ - προβάλει την ενόρμηση του θανάτου προς τα έξω έτσι ώστε να θεωρεί τον εσωτερικό κίνδυνο σαν να προέρχεται από το εξωτερικό αντικείμενο.
[2] Εδώ το Υπερεγώ καθιστά το Εγώ αντικείμενο των επιθέσεών του: επιθετική πράξη πουεπαναλαμβάνεται εναντίον του ίδιου του υποκειμένου.
[3] Εκφόρτιση σε όργανα του σώματος ενστικτωδών διεγέρσεων με αποτέλεσμα τη βλάβη των οργάνων.
[4] Το διωκτικό αντικείμενο (αυστηρός γονιός) προέρχεται από την προβολή της ενόρμησης θανάτου προς τα έξω. Η ενόρμηση του θανάτου ταυτίζεται με τις επιθετικές μας εκφράσεις προς τον άλλον.
[5] Η ανάλυση αφορά στο να δούμε πώς γίνονται οι εκφορτίσεις. Οφείλουμε αυτό να το διακρίνουμε πάντα.
[6] Εδώ το υποκείμενο πρέπει να υποστηριχτεί ώστε να θυμώσει (καταστροφικότητα - ενόρμηση θανάτου εναντίον του αντικειμένου). Η αρνητικοποίηση του μηχανισμού προβολής της καταστροφικότητας προς το αντικείμενο υπό τη μορφή αναπαραστάσεων με επιθετικό περιεχόμενο είναι ενδεικτικό στοιχείο της ελλειμματικής διαπλοκής των ενορμήσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου