Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Η Γενιά των Ερειπίων

 

Πώς βίωσαν σημαντικοί γερμανόφωνοι συγγραφείς (ορισμένοι και Εβραίοι) την ήττα και τα συντρίμμια του ναζιστικού καθεστώτος; Πώς μετέβησαν από την συσσωρευμένη σιωπή μιας δεκαετίας στην έκφραση της νέας εφιαλτικής πραγματικότητας; Με ποιους τρόπους βρήκε την φωνή της η γερμανόφωνη μεταπολεμική λογοτεχνική γενιά και πώς πραγματεύτηκε θέματα όπως η ομολογία της ενοχής και τον σχετικό με αυτή ψυχικό πόνο, η απεικόνιση της καθημερινής αθλιότητας, η ειδικότερη ενοχή για τον κατατρεγμό των Εβραίων και η ανικανότητα για εξιλέωση, ακόμα και ο αναστοχασμός για όσα πέρασαν οι Εβραίοι; Η «Λογοτεχνία των Ερειπίων» (ερειπίων όχι μόνο των πόλεων αλλά και της κοσμοαντίληψης και των ιδεών της προπολεμικής εποχής) δίνει την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.

Μιλώντας, ωστόσο, για τους λογοτέχνες αυτών των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων όχι μόνον η έννοια της ήττας έχει εύλογο περιεχόμενο αλλά και αυτή της διάψευσης, ακόμη και αυτή της χαμένης γενιάς, με την έννοια ότι στα γόνιμα χρόνια τους είχαν αποκλειστεί από την ελεύθερη διατύπωση της γνώμης τους οι συγγραφείς αυτοί. Αναμενόμενο, λοιπόν, να εντοπίζεται στη γραφή τους η χαμηλόφωνη θλίψη, η απογοήτευση, μια όψιμη στηλίτευση της φασιστικής ιδεολογίας, μια υπόκωφη ενοχική συνείδηση στους ήρωές τους που απηχεί, εν πολλοίς, τον εκάστοτε γράφοντα. Ανάμεσα στους συγγραφείς της «Λογοτεχνίας την Ερειπίων» συμπεριλαμβάνεται και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Συνήθιζε να γράφει τότε: «Η μεγάλη Καρχηδόνα ξεκίνησε τρεις πολέμους. Μετά τον πρώτο, ήταν ακόμα ισχυρή. Μετά τον δεύτερο ήταν ακόμα κατοικήσιμη. Μετά τον τρίτο, ήταν αδύνατο να την εντοπίσεις». Καταλαβαίνουμε τι εννοεί αν στην θέση του «Η μεγάλη Καρχηδόνα» τοποθετήσουμε το «η Γερμανία» ή το «Ράιχ».

Οι ίδιοι οι συγγραφείς όμως εισέπραξαν τον εν λόγω χαρακτηρισμό ως υποτίμηση για τους ίδιους και για το έργο τους: Ο Χάινριχ Μπελ, στο κείμενο του «Λογοτεχνία των ερειπίων: η ομολογία» αναφέρει «Στις πρώτες λογοτεχνικές δοκιμές της γενιάς μας, μετά το 1945, δόθηκε η ονομασία «λογοτεχνία των ερειπίων», με ξεκάθαρη την πρόθεση της υποτίμησής τους. Από την πλευρά μας, δεν εναντιωθήκαμε σε αυτόν τον όρο γιατί χρησιμοποιήθηκε δικαίως: όντως, οι άνθρωποι για τους οποίους γράφαμε ζούσαν σε ερείπια, επέστρεφαν από τον πόλεμο, άντρες και γυναίκες πληγωμένοι στον ίδιο βαθμό, ακόμη και τα παιδιά. Και ήταν άνθρωποι οξυδερκείς, έβλεπαν. Σε καμία περίπτωση δεν απολάμβαναν απόλυτη ειρήνη· τίποτε μέσα τους ή γύρω τους, το περιβάλλον ή η κατάστασή τους, δεν ήταν ειδυλλιακό. Και εμείς, ως γραφιάδες, τους νιώθαμε τόσο πολύ, που ταυτιζόμασταν μαζί τους. Με τους μαυραγορίτες και τα θύματα των μαυραγοριτών, με τους πρόσφυγες και όλους εκείνους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχασαν την πατρίδα τους, και βέβαια, πάνω απ’ όλα, με τη γενιά στην οποία ανήκαμε και το  μεγαλύτερο μέρος της οποίας βρισκόταν σε μια ιδιαίτερη και ιδιότυπη κατάσταση: επέστρεφε στο σπίτι. Ήταν ο γυρισμός από τον πόλεμο, το τέλος του οποίου κανείς ακόμη δεν τολμούσε να πιστέψει.

Γράφαμε λοιπόν για τον πόλεμο, το γυρισμό, για όσα είδαμε στη διάρκεια του πολέμου και για όσα βρήκαμε στο γυρισμό μας: ερείπια. Αυτό έφερε ως αποτέλεσμα τρεις χαρακτηρισμούς που αποδόθηκαν στη νέα λογοτεχνία που γεννιόταν: «λογοτεχνία του πολέμου», «λογοτεχνία του γυρισμού» και «λογοτεχνία των ερειπίων». Αλλόκοτος και σχεδόν ύποπτος ήταν όμως ο τόνος κατηγορίας και ενόχλησης με τον οποίο χρησιμοποιούνταν οι χαρακτηρισμοί αυτοί: ναι μεν δεν μας θεωρούσαν ένοχους για τον πόλεμο και για τα ερείπια που προκάλεσε, αλλά ταυτόχρονα δεν μας συγχωρούσαν το γεγονός ότι είχαμε δει τον πόλεμο κι εξακολουθούσαμε να τον βλέπουμε, χωρίς να εθελοτυφλούμε. Πώς αλλιώς, αφού το αθόλωτο μάτι είναι ένα από τα βασικά εργαλεία του συγγραφέα;»

Κατηγορήθηκαν λοιπόν, αυτοί οι «γραφιάδες», για το αθόλωτο μάτι τους! Και όμως, ο Χάινριχ Μπελ έχει δίκιο, το αθόλωτο μάτι είναι το όπλο του συγγραφέα:

Στις αρχές του 19ου αιώνα ζούσε στο Λονδίνο ένας νέος με διόλου ευγενές παρελθόν: ο πατέρας του είχε χρεοκοπήσει και φυλακιστεί για χρέη, ενώ ο ίδιος εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο για γυαλιστικά παπουτσιών, πριν κατορθώσει να συνεχίσει την εκπαίδευσή του που την είχε αφήσει στη μέση και γίνει ρεπόρτερ. Σύντομα άρχισε να γράφει μυθιστορήματα, στα οποία περιέγραφε όσα είχε μπροστά στα μάτια του: φυλακές, πτωχοκομεία κι αγγλικά σχολεία. Όσα είχαν δει τα μάτια του δεν ήταν διόλου ευχάριστα, όμως έγραψε γι’ αυτά στα βιβλία του και το παράξενο είναι πως τα βιβλία αυτά διαβάστηκαν, και μάλιστα διαβάστηκαν από πολλούς, ώστε ο νέος να αποκτήσει φήμη σπάνια για οποιονδήποτε συγγραφέα. Οι φυλακές, τα πτωχοκομεία και τα σχολεία μεταρρυθμίστηκαν – και άλλαξαν.

Βέβαια, ο νέος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Κάρολο Ντίκενς που διέθετε πολύ καλό μάτι, εκείνο το είδος ματιού που συνήθως δεν είναι ούτε πολύ στεγνό ούτε κάθυγρο, αλλά κάπως νοτισμένο. Ας μην ξεχνάμε πως η λατινική λέξη για την υγρασία είναι ‘humor’, λέξη που σήμερα χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ισορροπημένη, θετική διάθεση. Ο Κάρολος Ντίκενς διέθετε λοιπόν το πολύ καλό μάτι και εκείνη τη διάθεση που του επέτρεπαν να γράφει ακόμη και για όσα το μάτι του δεν είχε δει. Δεν χρησιμοποιούσε όμως ούτε μεγεθυντικό φακό ούτε και τη machina obscura, με την οποία αποκτούσε κανείς εικόνα ακριβείας, παρότι μακρινή. Είχε αθόλωτο μάτι και, όταν το επέτρεπε η διάθεσή του, έπαιζε τυφλόμυγα μόνο με τα παιδιά του. Πράγματι λοιπόν: το αθόλωτο μάτι ανήκει στα βασικά εργαλεία του συγγραφέα, ένα μάτι τόσο καλό, ώστε να του επιτρέπει να βλέπει και πράγματα πέραν του οπτικού του πεδίου αυτού καθαυτού. 

Τα διηγήματα που «ανήκουν» στην «Λογοτεχνία των Ερειπίων» αφηγούνται το πολύπλευρο τραύμα της εμπειρίας του καταστροφικού πολέμου: από τη μια έχουμε το βίωμα της κατάρρευσης – ηθικής, ιδεολογικής, κοινωνικής, πολεμικής – της άλλοτε ισχυρής Γερμανίας και από την άλλη την αναπαράσταση της αθλιότητας της ανθρώπινης μοίρας μέσα από την απόδοση της υλικής φθοράς (πείνα, ερείπια, θάνατος), της ηθικής διαφθοράς αποτέλεσμα της ανάγκης για επιβίωση, αλλά και του μόνιμου συναισθήματος της ενοχής που προκάλεσε το Ολοκαύτωμα, ο ευτελισμός της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας κατά το αλγεινό κυνήγι μαγισσών που εξαπέλυσαν οι Ναζί και οι θιασώτες τους ενάντια στους Εβραίους.

Μίλησα για μόνιμο συναίσθημα ενοχής του συλλογικού υποκειμένου. Κι όμως, δεν μπορώ να είμαι καθόλου βέβαιος για την ύπαρξη ενός τέτοιου συναισθήματος. «Αλλά δεν μας έδωσαν κανένα θεό μαζί μας, που θα μπορούσε να είχε κρατήσει την καρδιά μας, όταν οι άνεμοι αυτού του κόσμου την άρπαζαν στην δίνη τους» γράφει ο Μπόρχερτ Βόλφγκανγκ στο «Γενιά Χωρίς Αποχαιρετισμό». Δεν είμαι καθόλου βέβαιος για την συναίσθηση της ενοχής που μπορεί να διέπει μια γενιά χωρίς θεό. Μια γενιά χωρίς «ιερό και όσιο». Πρόκειται για μια γενιά «χωρίς δεσμούς, χωρίς βάθος. Το βάθος είναι άβυσσος». Αμφιβάλλω πολύ αν μια τέτοια γενιά σαν και αυτή που περιγράφει ο Μπόρχερτ είναι ικανή να νιώσει το συναίσθημα της ενοχής. Έχω την εντύπωση ότι αυτή η γενιά των Γερμανών, η Γενιά Χωρίς Αποχαιρετισμό, ακριβώς μετά τον πόλεμο, επειδή ήταν μια γενιά «…δίχως ευτυχία, δίχως πατρίδα και δίχως αποχαιρετισμό… η γενιά χωρίς σύνορα, χωρίς φραγμούς και προστασία – αποδιωγμένοι από τον φράκτη της παιδικής ηλικίας, σ’ έναν κόσμο, για τον οποίο μας περιφρονούν αυτοί ακριβώς που μας τον ετοίμασαν», δεν είχε άλλη επιλογή από το να ζήσει σε ένα καθεστώς επιβίωσης[1]. Σε αυτό το καθεστώς, έχω την γνώμη, ότι η ενοχή αποτελεί πολυτέλεια!

Τέλος πάντων, να ένα ικανό απόσπασμα από το «Γενιά Χωρίς Αποχαιρετισμό». Σας το παραθέτω για να κρίνετε μόνοι σας κατά πόσο μια τέτοια γενιά μπορεί να αισθανθεί ενοχή για οτιδήποτε: :

 «Είμαστε η γενιά χωρίς δεσμούς και χωρίς βάθος. Το βάθος μας είναι άβυσσος. Είμαστε η γενιά δίχως ευτυχία, δίχως πατρίδα και δίχως αποχαιρετισμό. Ο ήλιος μας είναι αδύναμος, η αγάπη μας σκληρή και τα νιάτα μας είναι χωρίς νιάτα. Και μεις είμαστε η γενιά χωρίς σύνορα, χωρίς φραγμούς και προστασία – αποδιωγμένοι από τον φράκτη της παιδικής ηλικίας, σ’ έναν κόσμο, για τον οποίο μας περιφρονούν αυτοί ακριβώς που μας τον ετοίμασαν.

Αλλά δεν μας έδωσαν κανένα θεό μαζί μας, που θα μπορούσε να είχε κρατήσει την καρδιά μας, όταν οι άνεμοι αυτού του κόσμου την άρπαζαν στην δίνη τους. Έτσι ήμαστε η γενιά χωρίς δεσμούς, χωρίς παρελθόν, χωρίς αναγνώριση.

Και οι άνεμοι αυτού του κόσμου, που τα πόδια μας και τις καρδιές μας μετέβαλαν σε τσιγγάνους πάνω στους καυτερούς και καταχιονισμένους δρόμους, μας έφτιαξαν μια γενιά χωρίς αποχαιρετισμό.

Είμαστε η γενιά χωρίς αποχαιρετισμό. Δεν μπορούμε να ζήσουμε κανέναν αποχαιρετισμό, δεν τόχουμε το δικαίωμα, γιατί η τσιγγάνικη καρδιά μας αντικρύζει στις περιπλανήσεις μας ατέλειωτους αποχαιρετισμούς. Ή μήπως θα έπρεπε η καρδιά μας να δεθεί για μια νύχτα, που έτσι κι αλλιώς θάχε έναν αποχαιρετισμό το πρωί; Θα τον αντέχαμε τον αποχαιρετισμό; Κι αν θέλαμε εμείς να ζήσουμε τους αποχαιρετισμούς, όπως εσείς, που είσαστε διαφορετικοί από μας και που απολαμβάνετε τον αποχαιρετισμό σε κάθε του δευτερόλεπτο, τότε τα δάκρυα μας μπορεί να γίνονταν μια τέτοια πλημμύρα, που κανένα ανάχωμα, κι αν ακόμα είχε κτιστεί από τους προπάτορες μας, δεν θα μπορούσε να την συγκρατήσει.

Ποτέ δεν θάχουμε την δύναμη να ζήσουμε τον αποχαιρετισμό, που μας περιμένει σε κάθε χιλιόμετρο του δρόμου, όπως τον έχετε ζήσει εσείς.

Μη μας πείτε, πως, επειδή η καρδιά μας σιωπά, η καρδιά μας δεν έχει φωνή, επειδή δεν θα έβγαζε μιλιά για κανένα δεσμό, για κανένα αποχαιρετισμό.

Αν ήθελε η καρδιά μας σε κάθε αποχαιρετισμό που αντικρύζουμε να ματώνει, βαθιά, λυπητερά, παρηγορητικά, τότε θα μπορούσε να συμβεί  - γιατί οι αποχαιρετισμοί μας είναι ολόκληρη λεγεώνα μπρος στους δικούς σας – ώστε η κραυγή της ελεύθερης καρδιάς μας να γίνει τόσο δυνατή, που εσείς θα ξενυχτούσατε καθιστοί στα κρεβάτια σας και θα παρακαλούσατε για έναν θεό για μας.

Για αυτό και είμαστε μια γενιά χωρίς αποχαιρετισμό. Αρνούμαστε τον αποχαιρετισμό, τον εγκαταλείπουμε τα πρωινά να κοιμάται όταν φεύγουμε, τον παρεμποδίζουμε, τον αποφεύγουμε και για μας και για τους άλλους. Του ξεγλιστράμε σαν κλέφτες, αχάριστα ευγνώμονες, και παίρνουμε την αγάπη μαζί μας κι αφήνουμε τον αποχαιρετισμό πίσω.

Είμαστε όλο συναντήσεις χωρίς διάρκεια και χωρίς αποχαιρετισμό, σαν τ’ άστρα. Πλησιάζουν, στέκονται για μερικά δευτερόλεπτα κοντά – κοντά, απομακρύνονται πάλι, χωρίς ίχνη, χωρίς δεσμό, χωρίς αποχαιρετισμό».

Πρόκειται για το έργο του Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ (Wolfgang Borchert, 20 Μαΐου 1921 – 20 Νοεμβρίου 1947). Ενός Γερμανού θεατρικού συγγραφέα. Από γονείς διανοουμένους του Αμβούργου, άρχισε το 1938 να γράφει έργα με αντιναζιστικές αιχμές, πράγμα που του στοίχισε μια πρώτη σύλληψη. Το 1940-41 πήρε μαθήματα υποκριτικής και άρχισε να εργάζεται σε θίασο του Αμβούργου. Τον Ιούνιο του 1941 κατατάχθηκε στην Βέρμαχτ και στάλθηκε στο Ρωσικό Μέτωπο. Αντίκρυσε την φρίκη του πολέμου, έπαθε κρυοπαγήματα, πέρασε από στρατοδικείο κατηγορούμενος για αυτοτραυματισμό, και φυλακίστηκε για αντικαθεστωτικές τάσεις.

 Μετά τον πόλεμο ο Μπόρχερτ, που υπέφερε από σοβαρότατη πάθηση του ήπατος, εξακολούθησε να γράφει θεατρικά έργα, διηγήματα και ποιήματα. Τον Ιανουάριο του 1947 έγραψε το δράμα Draußen vor der Tür (Έξω από την πόρτα), που μεταδόθηκε ραδιοφωνικά τον Φεβρουάριο και προξένησε μεγάλη εντύπωση. Πέθανε τον Νοέμβριο του ιδίου έτους σε ηλικία μόλις 26 ετών.

 Το «Έξω από την πόρτα» ανήκει στην λεγόμενη «Λογοτεχνία των ερειπίων» (Trümmerliteratur). Είναι το δράμα όσων γύρισαν από τον πόλεμο σε μια ερειπωμένη χώρα και ζουν με την φρίκη των αναμνήσεων και την αγωνία για το αύριο. Είναι σύμφωνα με τον υπότιτλο «ένα έργο που κανένα θέατρο δεν θέλει να το παίξει και κανένα κοινό δεν θέλει να το δει».


 

Η λογοτεχνία δοκιμάζει μνήμες, τραύματα και ερμηνείες μέσα από τις οποίες συλλαμβάνονται βασικές ιστορικές κατηγορίες, όπως το ατομικό και το συλλογικό υποκείμενο, η διαλεκτική της σύγκρουσης, αποδίδοντας την ιστορική διάσταση της ανθρώπινης μοίρας (Κούντερα 1998: 48). Η πεζογραφία της λεγόμενης γενιάς της «Λογοτεχνίας των Ερειπίων»  η οποία αναπτύσσεται στις αρχές της δεκαετίας του ’50, μετρά πολλά μέλη τα οποία συγκεντρώνονται γύρω από την «Gruppe 47» για μια εικοσαετία 1947-1967 και κινείται σαν εκκρεμές ανάμεσα στην πολιτική και ιστορική εμπειρία και την πολυσχιδή κρίση του μεταπολεμικού ανθρώπου, εισάγοντας, ταυτόχρονα, θέματα σύγχρονα όπως η μοναξιά, η αλλοτρίωση των διαπροσωπικών σχέσεων, η εξέγερση, το παράλογο της ζωής. Καταργείται η χρονική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα και την αφήγησή τους με αποτέλεσμα την ψυχική και συναισθηματική εμπλοκή σε αυτά και τη βαθύτερη εισχώρηση του συγγραφέα στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων του έργου του.

«Ήταν κάποτε δυο άνθρωποι. Δυο χρονών δέρνονταν με τα χέρια. Δώδεκα χρονών δέρνονταν με ραβδιά και πετούσαν πέτρες. Είκοσι δυο χρονών χτυπιόντουσαν με τουφέκια. Σαράντα δυο χρονών έριχναν βόμβες. Εξήντα δυο χρονών έπαθαν μόλυνση. Ογδόντα δυο χρονών πέθαναν.

Θάβονται ο ένας δίπλα στον άλλον.

Όταν μετά από εκατό χρόνια ένα σκουλήκι πέρασε, τρώγοντας από τα δυο μνήματα, καθόλου δεν αντιλήφθηκε ότι εδώ είχαν ταφεί δυο διαφορετικοί άνθρωποι.

Ήταν η ίδια γη. Παντού η ίδια γη».

«Ίδια γη» του Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ



[1] Βλ. στην ανάρτηση μου «Το “καθεστώς επιβίωσης” και “το καθεστώς της επιθυμίας”», Δευτέρα 29/04/19, https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/04/blog-post_29.html

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου