Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Η Μητέρα εναντίον της Γυναίκας: Ένας αδιάκοπος ανταγωνισμός.

Κατά αρχήν να ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι το παιδί είναι ερμηνευτής. Κερδίζοντας την αγάπη και την παρουσία της μητέρας, απλά με το αίτημα του, το παιδί, εξ αρχής προσφέρεται να πραγματώσει εκείνο που του επιτρέπεται από τα λόγια και τους τρόπους της μητέρας, να αντιληφθεί το αντικείμενο της επιθυμίας της. Μέσα σε αυτήν την διαδικασία, η μητέρα εξυψώνεται σε συμβολική δύναμη, σε κάτοχο της δικαιοδοσίας της ομιλίας και της δικαιοδοσίας από όπου πηγάζουν οι πρώτες ετυμηγορίες και τα πρώτα αξιώματα. Το παιδί καλείται να ερμηνεύσει όλα αυτά.
Εν τούτοις, αυτή του η προσπάθεια προσκρούει σε μια άλλη όψη της δικαιοδοσίας της ομιλίας: όπου πέρα από τα λόγια της πρέπει να ερμηνευτούν, μέσα από αντιφάσεις, σιωπές, αμφισημίες, και χασμωδίες, όλα εκείνα που δεν λέει, αλλά που αφήνει να ακουστούν στα αυτιά του νεαρού υποκειμένου, για μια ανείπωτη επιθυμία που του δίδεται ως ανάγνωση. Στην διαδικασία αποκωδικοποίησης αυτού του αινίγματος, το παιδί αναζητά την θέση της ύπαρξης του και την τελική του ταύτιση. Επίσης, από αυτή την αποκωδικοποίηση εξαρτάται και η απάντηση στο ερώτημα του τι αντιπροσωπεύει για τον Άλλον.

Από την μεριά της μητέρας, δεν θα πρέπει να χειριζόμαστε απλοϊκά την παραφθαρμένη έννοια του «επιθυμητού παιδιού»: Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι η επιθυμία για παιδί και ο φθόνος για αυτό είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ακούστε ένα παράδειγμα. Η Α. είναι μια μητέρα που ήλθε στην ανάλυση μετά από τον χαμό του αγοριού της. Η ιατροδικαστική έκθεση απεφάνθει: αυτοκτονία. Όπως η ίδια δήλωσε «τελικά, στο τέλος, τα κατάφερε και έφυγε από την ζωή!». Η ίδια, έπαιρνε όρκο ότι όχι μόνο εκείνη αλλά και ολόκληρη η οικογένεια της ήθελε και πρόσμενε την γέννηση του αγοριού της με λαχτάρα. Όμως, κάποια στιγμή παραδέχτηκε ότι το παιδί της, στην διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων της ζωής του, υφίσταται την κατάθλιψη της ίδιας η οποία, παθολογικά προσκολλημένη στον πατέρα της, προήλθε από τον ξαφνικό θάνατο του τελευταίου. Τότε θυμάται την κουβέντα που ξεστόμισε: «ο γιός μου σκότωσε τον πατέρα μου». Έτσι, το αγόρι της, εμπρός «στο άλυτο μυστήριο που ενώνει το παιδί με τις σκέψεις που συνόδευσαν την σύλληψη του» δεν μπορεί να ταυτιστεί με το σημαίνον της ζωής και ερμηνεύει τον ερχομό του στον κόσμο, όχι ως το «επιθυμητό παιδί» που υπήρξε πράγματι, αλλά ως το «παιδί αφιερωμένο στον θάνατο» που όντως έγινε.
Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι το παιδί είναι, πάνω από όλα, ερμηνευτής.

Από την άλλη, είναι σαφές πλέον ότι η μητέρα, με την γέννηση του παιδιού της, ανακτά το αντικείμενο του ελλείματος της. Το παιδί ανταποκρίνεται στο φαλλικό «έχειν» της. «Έχω παιδί», όπως «έχω πτυχίο», όπως «έχω σπίτι», όπως «έχω αυτοκίνητο» και ούτω καθεξής. Υπάρχει εκείνο το «έχειν» που ικανοποιεί (φαλλικό), στην μητέρα, όπως ακριβώς συμβαίνει στον άνδρα. Αυτό το «έχειν» μέσα στη σχέση με το παιδί της είναι που κάνει το παιδί να αφιερώνεται στην μέγιστη αλλοτρίωση πραγματώνοντας την φαντασίωση της μητέρας, και αν τυχόν του σημανθεί ότι την πληροί, θα είναι καθολοκληρία παγιδευμένο σε θέση αντικειμένου, ως κτήμα της μητέρας. Εδώ, δεν είναι η έλλειψη αγάπης, αλλά η υπερβολική αγάπη που μπορεί να βλάπτει και η οποία επικαλείται το αποτέλεσμα ενός απαραίτητου χωρισμού.

Τι είναι αυτό όμως, μέσα στην μητέρα, που θα αποτελέσει το καθοριστικό και απαραίτητο σήμα του χωρισμού μητέρας και παιδιού;  
Η απάντηση, κατά την γνώμη μου, δεν μπορεί να είναι άλλη παρά τούτη: η ΓΥΝΑΙΚΑ. Εκείνη η γυναίκα μέσα στην μητέρα που εφόσον η λίμπιντο της απευθύνεται στον άνδρα, παρουσιάζεται, μπρος στα μάτια του παιδιού, ως στερημένη απ’ ό,τι αναζητά σε εκείνον. Η γυναικεία επιθυμία είναι εκείνη που ανοίγει τον δρόμο για την απουσία της μητέρας. Μια απουσία η οποία χρειάζεται να συμβολιστεί από το παιδί και είναι απολύτως αναγκαία αφού οδηγεί στην διαλεκτική του απαραίτητου χωρισμού. Ούσα γυναίκα μια μητέρα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στο παιδί της. Το παιδί δεν καλύπτει την διχασμένη σχέση της με τον φαλλό. Η γυναικεία επιθυμία σηματοδοτεί για εκείνη μια άλλη απόλαυση, πέραν της φαλλικής. Μια ανεξιχνίαστη απόλαυση που το μόνο που έχω να πω για εκείνη, σε ό,τι αφορά στον προσδιορισμό της, στα πλαίσια αυτού του σημειώματος, είναι ένα σημαίνον: Θηλυκότητα.

Η αμιγώς γυναικεία επιθυμία καθιστά την μητέρα απούσα για το παιδί της, όπως είπα προηγουμένως, όμως η επίπτωση αυτής της απουσίας για το παιδί θα εξαρτηθεί από το αν ως απουσία θα αποκωδικοποιηθεί από το τελευταίο, εντός της τάξης της ικανοποίησης (φαλλική τάξη)  ή αν, αντίθετα, βρεθεί εκτός αυτής της τάξης, προσπερνώντας την, σκοτεινώ τω τρόπω.
Στον ένα πόλο της επιβλαβούς μητέρας, έθεσα την μητέρα, που είναι παντελώς κατειλημμένη από το παιδί της. Στον άλλο πόλο, τοποθετώ την μητέρα που δεν είναι καθόλου κατειλημμένη από αυτό. Έτσι, αντίκρυ στο παιδί – όμηρο της πρώτης (διαστροφή) θα βάλω το παρατημένο παιδί (ψύχωση) της δεύτερης, απροστάτευτο απέναντι στην δύναμη μιας αξεδιάλυτης σιωπής, που ισοδυναμεί με σημείο διάκλεισης.

Όσο για τον πατέρα, ένα έχω μόνο να επισημάνω. Εκείνο που ο λακάν επισήμανε: «Ένας πατέρας δεν δικαιούται σεβασμού, ακόμα και αγάπης, παρά μόνο αν αγαπά μια γυναίκα, υπό την σεξουαλική έννοια του όρου, υπό την έννοια μιας αγάπης που δεν είναι μόνο συναίσθημα αλλά και φορέας της επιθυμίας».

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

Καρδιολογικά νοσήματα και ψυχανάλυση

Έχει γίνει κοινή συνείδηση, τόσο στο φάσμα της Ιατρικής όσο και της ψυχανάλυσης, ότι ο συνδυασμός βιολογικών θεραπειών και ψυχοθεραπείας –είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετική φάση της νόσου- δύναται να ενισχύσει το θεραπευτικό αποτέλεσμα και να ανακουφίσει περισσότερο τον ασθενή.
Ιδιαίτερη σχέση διαπιστώνεται μεταξύ της στεφανιαίας νόσου και του τρόπου συμπεριφοράς Τύπου Α, ο οποίος περιγράφηκε από τους Friedman και Rosenman. Τα άτομα Τύπου Α είναι έντονα ανταγωνιστικά, επιθετικά και ανυπόμονα, βρίσκονται υπό μεγάλη πίεση χρόνου και εμφανίζουν μια επίμονη επιθυμία για αναγνώριση και προσωπική επιτυχία. Είναι γενικά σε κατάσταση εγρήγορσης, σε μυϊκή τάση, και η ομιλία τους είναι συχνά ταχεία και εμφατική. Μπορεί να εμφανίζουν επίσης ορισμένα φυσιολογικά χαρακτηριστικά, όπως είναι η αλλαγή του λιποπρωτεϊνικού δείκτη, στην αύξηση της μέσης τιμής των επιπέδων της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων στον ορό, στην αύξηση της τιμής των αιμοπεταλίων στη γενική αίματος και σε μια μικρή μείωση της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων, κατά την άσκηση. Οι ασθενείς που δεν έχουν τέτοια χαρακτηριστικά ονομάζονται άτομα Τύπου Β. Είναι μάλλον χαλαροί, σέβονται τους άλλους, αισθάνονται ικανοποιημένοι και η συμπεριφορά τους γενικά είναι αβίαστη.
Σχετικά με τις καρδιολογικές παθήσεις η μελέτη (Friedman, Thoresen et al 1982) μας δίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα σε εμφραγματίες ασθενείς. Μελετήθηκαν για ένα χρόνο 1.035 μετεμφραγματικοί ασθενείς, εκ των οποίων οι 300 συμμετείχαν σε τακτικές ομαδικές συναντήσεις καρδιολογικής Συμβουλευτικής για τους καρδιολογικούς παράγοντες κινδύνου της στεφανιαίας νόσου, ενώ 600 ασθενείς συμμετείχαν, επί πλέον, και σε τακτικές συναντήσεις με ψυχαναλυτή ή ψυχίατρο για τροποποίηση της συμπεριφοράς τύπου Α. Οι υπόλοιποι ασθενείς είχαν τεθεί απλώς σε ετήσια παρακολούθηση. Τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά ήδη από τον πρώτο χρόνο της μελέτης, αφού μειώθηκαν τόσο οι υποτροπές εμφραγμάτων όσο και οι αιφνίδιοι καρδιακοί θάνατοι στους ασθενείς που συμμετείχαν στα ομαδικά προγράμματα. Σύμφωνα με τους μελετητές ο στόχος που είχαν ήταν να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τύπου Α, ανεξάρτητα από τις διάφορες ψυχολογικές υποθέσεις για την αιτιολογία της, π.χ. άγχος, κατάθλιψη, ψυχαναγκασμοί, έλλειψη ικανοποίησης από τον γάμο ή τη δουλειά, έλλειψη μητρικής αγάπης κ.τ.λ. Μετά από τρία χρόνια follow- up των ασθενών, διαπιστώθηκε ότι οι 600 ασθενείς που συμμετείχαν και στις ομάδες καρδιολογικής Συμβουλευτικής και στις Ψυχαναλυτικές συνεδρίες για τροποποίηση της συμπεριφοράς τύπου Α είχαν και ελάττωση της συμπεριφοράς τύπου Α και μείωση των υποτροπών εμφράγματος σε σχέση με τους 300 ασθενείς που συμμετείχαν μόνο στις ομάδες καρδιολογικής Συμβουλευτικής. Στα 4,5 χρόνια follow- up (Friedman, Thoresen et al 1986) διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς που προαναφέρθηκαν εξακολουθούσαν να έχουν λιγότερες υποτροπές εμφράγματος από τους άλλους 300. Η μακροχρόνια αυτή μελέτη απέδειξε για πρώτη φορά ότι η τροποποίηση (μείωση) της συμπεριφοράς τύπου Α ελαττώνει και την καρδιακή νοσηρότητα και την καρδιακή θνησιμότητα στους μετεμφραγματικούς ασθενείς.

Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

«Ξύπνησε στην λάθος πλευρά του κρεβατιού»

Αν το Εγώ είναι φαντασιακό, δηλαδή δομείται στηριγμένο επάνω στην εικόνα που βλέπουμε στον καθρέφτη κατά την βρεφική μας ηλικία, το ασυνείδητο είναι δομημένο όπως μια γλώσσα: συγκροτείται από σειρές αλυσίδων λέξεων, γενικότερα σημαινόντων στοιχείων.
 Έτσι, το ασυνείδητο σαν μια σατανική μηχανή μετάφρασης μετατρέπει λέξεις σε συμπτώματα. Εγγράφει σημαίνοντα πάνω στην σάρκα ή τα μετασχηματίζει σε βασανιστικές σκέψεις και ψυχαναγκασμούς. Ένα σύμπτωμα δεν είναι τίποτε άλλο από μια λέξη παγιδευμένη στο σώμα, στην κυριολεξία. Θυμηθείτε πως ότι ακριβώς γνωρίζουν τα παιδιά για τα εσωτερικά τους όργανα, είναι εκείνα που τους έχουν πει οι γονείς τους. Ως εκ τούτου, το εσωτερικό του σώματος είναι φτιαγμένο από λέξεις. Οι γιατροί είναι εξοικειωμένοι με ασθενείς που παραπονιούνται για διάφορους πόνους την στιγμή που είναι ξεκάθαρη η απουσία βιολογικής αιτίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος δεν είναι πραγματικός. Πρόκειται για πόνο το ίδιο ή και περισσότερο βασανιστικό από εκείνον που προκαλείται από κάποια πραγματική βιολογική αιτία. Για να ανακουφισθεί ο ασθενής από τον πόνο, είναι ανάγκη να συνδεθούν οι απωθημένες ιδέες με το υπόλοιπο της σημαίνουσας αλυσίδας. Είναι ανάγκη να υποστούν μια νέα μετάφραση.
Για του λόγου την αλήθεια των όσων γράφω παραπάνω προσέξτε ένα κλινικό παράδειγμα:
Ο Χ. είναι ένας ιδεοψυχαναγκαστικός ο οποίος ήλθε στην ανάλυση επειδή όταν ξυπνούσε το πρωί και σηκώνονταν από το κρεβάτι του από την δεξιά πλευρά υπέφερε, στο υπόλοιπο της ημέρας του, από έναν πολύ άσχημο πονοκέφαλο. Μετά από σειρά εξετάσεων δεν είχε εντοπιστεί καμία βιολογική αιτία αυτών των πονοκεφάλων. «Δεν γνωρίζετε, πραγματικά κύριε, τι άγχος έχω αποβραδίς, πριν να ξαπλώσω, στην πιθανότητα του να ξυπνήσω το πρωί από την δεξιά πλευρά του κρεβατιού» έλεγε και η αγωνία εκφράζονταν στο πρόσωπο του ακόμα και την στιγμή της αφήγησης του. Πράγματι, χρειάστηκαν αρκετές συνεδρίες για να φτάσουμε στο παρακάτω αποτέλεσμα.
Ο Χ. ιδεοψυχαναγκαστικός καθώς ήταν, υπήρξε απόλυτα ταυτισμένος με τον πατέρα του. Συχνά, όταν ο Χ. ήταν παιδί άκουγε τον πατέρα του να βγαίνει εκτός εαυτού, νευριασμένος και να λέει στην μητέρα του ότι με την στάση της του προκαλούσε πονοκεφάλους. Στην ερώτηση του μικρού Χ. προς την μητέρα του «τι έχει ο μπαμπάς και φωνάζει;» η μητέρα του απαντούσε «έχει πονοκέφαλο». Όταν ο μικρός Χ ρωτούσε «τι του τον προκάλεσε;» τότε έπαιρνε την απάντηση από την μητέρα του ότι «ξύπνησε στην λάθος πλευρά του κρεβατιού». Πράγματι, ο μικρός Χ είχε παρατηρήσει ότι το διπλό τους κρεβάτι στην κρεβατοκάμαρα τους ήταν εφαπτόμενο στον τοίχο από την δεξιά πλευρά. Πρόκειται για την πλευρά στην οποία συχνά κοιμόταν ο πατέρας του. Επίσης από την πλευρά αυτή το ταβάνι ήταν επικλινές «κατεβαίνοντας» για να ενωθεί με τον τοίχο. Έτσι, ο μικρός Χ είχε συνδυάσει τους πονοκεφάλους του πατέρα του με το ξύπνημα του και αυτό το επιβεβαίωναν και τα λόγια της μητέρας του. Φαντάζονταν, δηλαδή ο μικρός Χ, ότι ξυπνώντας ο πατέρας του κτυπούσε το κεφάλι του στο τοίχο και αυτό του προκαλούσε τον πονοκέφαλο. Αυτή «η λάθος πλευρά» ήταν η δεξιά πλευρά. Μόλις λοιπόν, ο αναλυτής συνέδεσε το σύμπτωμα – πονοκέφαλος με την αλυσίδα σημαινόντων «ξυπνώ στην λάθος πλευρά του κρεβατιού» - φράση απωθημένη από τον Χ τότε το σύμπτωμα εξαλείφθηκε.
Αυτή η περίπτωση δείχνει ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίο ένα σύμπτωμα συντίθεται από λέξεις. Όταν το σύμπτωμα συνδεθεί με την υπόλοιπη αλυσίδα των λέξεων θα υποστεί ορισμένες επιπτώσεις.
Αυτή μπορεί να είναι η συνεισφορά της ψυχανάλυσης στην εξάλειψη του πόνου.