Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Πάντα προτιμούσα την αντανάκλαση της ζωής από την ίδια τη ζωή.

 

Η ψυχανάλυση και ο κινηματογράφος αποτελούν δύο διαφορετικούς αλλά συγκλίνοντες τρόπους κατανόησης και νοηματοδότησης του κόσμου. Δύο συστήματα που χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως το όνειρο, η ταύτιση, η εικόνα, το βλέμμα, η ψευδαίσθηση, το φαντασιακό, η γλώσσα, το σύμπτωμα, πλέκουν έναν χώρο σαγήνευσης, πίστης και γοητείας, τόσο για τον αναλυόμενο όσο και για τον θεατή. Η στενή επαφή της ψυχανάλυσης με τον κινηματογράφο είναι αναπόφευκτη αφού και οι δύο αναδεικνύουν - η καθεμία με τον δικό της τρόπο - το περίπλοκο της προσωπικότητας ενός ανθρώπου. Τα εσωτερικά δράματα τα οποία αποκαλύπτει το πεδίο της ψυχανάλυσης μπορούν να αποκτούν ζωντάνια εξίσου στη μεγάλη οθόνη της κινηματογραφικής φαντασμαγορίας. Η χρήση μάλιστα του σωστού λεξιλογίου στην ψυχανάλυση αποτελεί την αντίστοιχη γλώσσα των εικόνων στον κινηματογράφο.

Έτσι λοιπόν, σκηνοθέτης ονομάζεται το πρόσωπο που αποφασίζει και κατευθύνει τη δημιουργία των επιμέρους σκηνών ενός οπτικοακουστικού έργου με βάση το σενάριο. Ο σκηνοθέτης οριοθετεί το περιβάλλον, αποφασίζει τη χρονική διάρκεια της σκηνής και καθοδηγεί τους ηθοποιούς έτσι ώστε η σκηνή τελικά να παρουσιάζει στον θεατή αυτό που οραματίζεται ο ίδιος, με βάση το σενάριο. Στις κινηματογραφικές παραγωγές κατευθύνει επίσης τις γωνίες λήψης των σκηνών.

Κατά την γνώμη μου, 4 Έλληνες σκηνοθέτες είναι εκείνοι που, από τα δημιουργήματα τους, μπορεί κανείς αβίαστα να βγάλει το συμπέρασμα ότι βρίσκονται πολύ κοντά στην ψυχανάλυση.  

Α. Ο Γιώργος Τζαβέλλας

«Ο Μεθύστακας» είναι ένα εξαίσιο συγκινητικό μελόδραμα, με τον Ορέστη Μακρή στον ομώνυμο ρόλο και τον Δημήτρη Χορν. Γυρίστηκε το 1950

«Ο Γρουσούζης», με έντονα κοινωνικά και ηθογραφικά στοιχεία και πάλι με τον Ορέστη Μακρή. Το 1952.

«Το Σοφεράκι» με πανέξυπνο δικό του σενάριο, απίστευτες ατάκες, ρυθμό, κεφάτες ερμηνείες. Το 1953.

«Η Κάλπικη Λίρα», έχοντας ως πρωταγωνιστές τους Βασίλη Λογοθετίδη, Ίλια Λιβυκού, Μίμη Φωτόπουλο, Σπεράντζα Βρανά, Ορέστη Μακρή, Λαυρέντη Διανέλλο, Δημήτρη Χορν και Έλλη Λαμπέτη. Τα γυρίσματα κράτησαν ένα χρόνο όταν συνήθως, εκείνη την περίοδο, μια ταινία ολοκληρωνόταν σε τρεις μήνες. Ο Τζαβέλλας, σε δικό του σενάριο, φτιάχνει μία από τις αρτιότερες ελληνικές ταινίες, διαπερνώντας όλη την ελληνική κοινωνία, μέσα από τις τέσσερις ιστορίες του και βάζοντας στο στόχαστρό του το χρήμα και το πόσο κάλπικο είναι. Ο πίνακας που ζωγραφίζει ο Δημήτρης Χορν ήταν δημιούργημα του Αλέκου Κοντόπουλου. Το φιλμ έγινε η πρώτη διεθνής ελληνική επιτυχία, αφού όπου κι αν προβλήθηκε την υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό, ενώ στη Σοβιετική Ένωση, η ταινία «παίχθηκε» σε 1.000 κινηματογραφικές αίθουσες ταυτόχρονα. Επίσης, βραβεύτηκε στα Φεστιβάλ Βενετίας, Μπάρι και Μόσχας ενώ είχε επίσημη συμμετοχή στα φεστιβάλ Καννών και Κάρλοβι Βάρι. Θεωρείται μία από τις 1.000 καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου (σύμφωνα με τον διάσημο Γάλλο θεωρητικό Georges Sadoul). Προωθήθηκε και πουλήθηκε σε 30 χώρες.

Δημιουργήθηκε το 1955.

«Ο Ζηλιαρόγατος», μια ξεκαρδιστική κωμωδία αισθηματικών παρεξηγήσεων, με το Βασίλη Λογοθετίδη, το 1956.

«Μια ζωή την έχουμε», με το Δημήτρη Χορν και την Υβόν Σανσόν, της οποίας τα τερτίπια και η συμπεριφορά της προκάλεσαν την οργή όλων των συντελεστών, ενώ το ντουμπλάρισμά της που έκανε η Θεανώ Ιωαννίδου δεν ταίριαζε με τον σνομπ χαρακτήρα της. Η ταινία, στην εποχή της, ήταν μία αποτυχία και είναι άγνωστο αν τελικά θα γινόταν αγαπητή από το κοινό με την Αλίκη Βουγιουκλάκη που ήταν η αρχική επιλογή. Στο ρόλο του Δημήτρη Χορν υπήρξε πρόταση να παίξει ο Βασίλης Λογοθετίδης. Όλα αυτά στα 1958.

«Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», με το Γιώργο Κωνσταντίνου και τη Μάρω Κοντού. Το θέμα της ιστορίας είναι μια μεγάλη αγάπη αλλά και η εποχή της αντιπαροχής και του γκρεμίσματος όλων αυτών που μας ένωναν ως κοινωνία, παρά τα όποια στερεότυπα και τις ασήμαντες διενέξεις.

Το 1965 η ταινία αυτή συμμετείχε επίσημα στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Σικάγο, Αμερική. Ο Τζαβέλλας σκέφτηκε αρχικά να ονομάσει την ταινία «Η αστεφάνωτη», όμως άλλαξε γνώμη καθώς έμαθε ότι ένας συνάδελφος του σκηνοθέτης, ο Νίκος Αβραμέας, γυρίζει εκείνη την περίοδο μια ταινία με τον ίδιο τίτλο. Ο ίδιος έλεγε για την ταινία αυτή: «ρωμαίικη σάτιρα με βαθιές ανθρώπινες ρίζες».

Πρόκειται για την τελευταία του ταινία.

  Β. Μιχάλης Κακογιάννης

«Κυριακάτικο ξύπνημα», είναι η ταινία με την οποία, ο Μιχάλης Κακογιάννης, έκανε την αρχή της διεθνούς σκηνοθετικής του καριέρας. Το «Κυριακάτικο ξύπνημα» είναι η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση για την Τασσώ Καββαδία. Το τραγούδι «Δυστυχισμένος», που ερμηνεύει ο Χορν, το έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις. Επιπλέον, είναι η ταινία που δημιούργησε ένα από τα πιο διάσημα ειδύλλια του θεάματος της εποχής, αυτό του Χορν και της Λαμπέτη, και αποτέλεσε την αρχή της επτάχρονης σχέσης τους.

Η ταινία, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εδιμβούργου το 1954, έλαβε Diploma of Merit. Επίσης, συμμετείχε στο διαγωνιστικό μέρος του Φεστιβάλ των Καννών.

«Στέλλα», η ταινία που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το 1955, όπου και πήρε το Βραβείο Χρυσής Σφαίρας καλύτερης ξένης ταινίας από την επιτροπή ανταποκριτών ξένου τύπου στο Hollywood το 1955.

«Το κορίτσι με τα μαύρα», η ταινία έχει γυριστεί στην Ύδρα. Ο Μανώλης Κρανάκης γράφει γι' αυτό:

  «Η Ύδρα του Μιχάλη Κακογιάννη είναι ασπρόμαυρη, μελαγχολική, φτιαγμένη από ανομολόγητα μυστικά και μικρές ανθρώπινες ιστορίες, ένα «κορίτσι με τα μαύρα» από μόνη της, πανέμορφο, αγέρωχο, βαθιά πληγωμένο, παγιδευμένο μέσα σε ένα χωροχρόνο που ορίζεται από το ελληνικό φως για να «φωτίσει» τις σκιές μέσα από τις οποίες αναδύεται κάθε φορά πιο τραυματισμένη η επιθυμία για φυγή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μιχάλης Κακογιάννης φυλάει τις μοναδικές στιγμές ευτυχίας για την ηρωίδα του, όταν αυτή είναι εγκλωβισμένη μέσα στο περασμένης αίγλης αρχοντικό ξενοδοχείο, με τα παράθυρα κλειστά αλλά τα αυτιά ανοιχτά στη δυνατή βοή που έρχεται απ' έξω».

Παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ των Καννών το 1956. Βραβείο Χρυσής Σφαίρας καλύτερης ξένης ταινίας από την επιτροπή ανταποκριτών ξένου τύπου στο Χόλιγουντ. Ασημένιο βραβείο στο φεστιβάλ της Μόσχας το 1958.

«Το τελευταίο ψέμα», η ταινία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Κανών το 1958, στο φεστιβάλ της Μελβούρνης το 1959 και στο φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο το 1959. Πήρε το Βραβείο κριτικών Αγγλίας το 1959. Στην ταινία έχουμε την πρώτη εμφάνιση στον κινηματογράφο του παιδιού-θαύματος Βασιλάκη Καΐλα.

Επίσης πρέπει κανείς να γνωρίζει ότι ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει γράψει, μεταξύ άλλων, τους στίχους από δύο πολύ γνωστά ελληνικά τραγούδια: το «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι» (συνθέτης: Μάνος Χατζιδάκις, τραγούδι: Μελίνα Μερκούρη) και το «Εφτά τραγούδια θα σου πω» (συνθέτης: Μάνος Χατζιδάκις, τραγούδι: Μελίνα Μερκούρη) που ακούστηκαν για πρώτη φορά το 1955 στην ταινία του «Στέλλα».

Γ. Ντίνος Δημόπουλος

«Χαρούμενο ξεκίνημα», η ταινία αποτελεί το πρώτο μιούζικαλ του Ελληνικού κινηματογράφου. Στην ταινία έχουμε την πρώτη – βουβή όμως – εμφάνιση της Μαίρης Χρονοπούλου καθώς και της Μάρως Κοντού. Στην ταινία ακούγεται και ένα τραγούδι στον λατινοαμερικάνικο ρυθμό του μπαγιόν με τίτλο "Πώς μ' αρέσει το μπαγιό", το οποίο τραγουδούν χορεύοντας οι Κάτια Λίντα, Ρένα Στρατηγού και Μαργαρίτα Παπαγεωργίου.

Δημιουργήθηκε στα 1954.

«Το αμαξάκι», πρόκειται για μία από τις τέσσερις ταινίες όπου παίζουν μαζί ο Ορέστης Μακρής και η Γεωργία Βασιλειάδου - οι άλλες τρεις είναι: «Η θεία απ' το Σικάγο», «Ο γρουσούζης» και «Η κυρά μας η μαμή».

Η ταινία εκπροσώπησε επίσημα την Ελλάδα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι στην τότε Τσεχοσλοβακία (σήμερα Δημοκρατία της Τσεχίας) το 1958, όπου άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις η ερμηνεία του Ορέστη Μακρή. Στο ρόλο της γριάς αρχόντισσας βλέπουμε ένα πολύ μεγάλο όνομα του ελληνικού θεάτρου, τη Χριστίνα Καλογερίκου.

«Ο άνθρωπος του τραίνου», είναι μια κοινωνική και δραματική ταινία, ένα φιλμ νουάρ με διακριτικό σασπένς. Η ταινία είναι η τελευταία στην οποία εμφανίστηκε ο Γιώργος Παππάς, ο οποίος πέθανε την ίδια χρονιά.

Είναι αξιοσημείωτο ότι το Μπούρτζι, πράγματι, λειτουργούσε ως ξενοδοχείο την εποχή που έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας.

Ατού της ταινίας αποτελεί το θαυμάσιο σενάριο του διάσημου Γιάννη Μαρή. Οι διάλογοι είναι, ομολογουμένως, αριστοτεχνικοί, σφικτοί, με στακάτο ρυθμό. Σου δίνουν την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ούτε μια περιττή λέξη και ίσα-ίσα οι φράσεις είναι «τοποθετημένες» στα στόματα των ηρώων με σχολαστική ακρίβεια. Και ίσως μέρος αυτού να κάνει και τις ερμηνείες των ηθοποιών καθηλωτικές. Γιατί, πράγματι, ΟΛΟΙ σε αυτήν την ταινία ήταν ο ένας καλύτερος από τον άλλο, σε σημείο να μην ξέρεις ποιόν να πρωτοεγκωμιάσεις…

Η ταινία δημιουργήθηκε στα 1958.

Δ. Αλέκος Σακελλάριος

«Ένα βότσαλο στη λίμνη», τι να πρωτοπεί κανείς για μια θεατρική κωμωδία τόσο πετυχημένη που γυρίστηκε σε ταινία το 1952, ξαναγυρίστηκε  το 1967 και ανέβηκε ξανά στο θέατρο το 2010;

Αξιοσημείωτα είναι δύο ιστορικά παραλειπόμενα από αυτήν την ταινία:

1. Το περιβόητο “Τσίριο Μανώλη”. Η θρυλική σκηνή με τον Λογοθετίδη να πίνει ουίσκι και να πνίγεται ήταν τόσο ρεαλιστική που οι τεχνικοί διέκοψαν το γύρισμα για να τον σώσουν!...

2.Πρόκειται για το τραγούδι «Άλα!» αλλά αρκετά συχνά αναφέρεται επίσης «Άνοιξε κι άλλη μπουκάλα». Σε μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ και στίχους των Αλέκου Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου. Είναι ένα αρχοντορεμπέτικο, που το θυμόμαστε κυρίως από την επανεκτέλεση της Βίκης Μοσχολιού. Ακούγεται στην εν λόγω ταινία και ερμηνεύεται από τον Δημήτρη Σκούταρη. Στο εν λόγω κομμάτι ακούγεται ο στίχος «όπα, η καρδιά μου η σορόπα σάμπως και θα σπάσει απόψε και στα δέκα θα κοπεί». Τι είναι; «η σορόπα»,  ή μήπως «ισορρόπα»; Το «ισορρόπα» είναι προστακτική του ρήματος «ισορροπώ». Ο γλεντζές προστάζει, ας πούμε, την καρδιά του να ισορροπήσει, να μην παρασυρθεί από το ξέφρενο γλέντι. Νομίζω έτσι το φαντάζονται όσοι υποστηρίζουν αυτή την εκδοχή. Από την άλλη έχουμε το «η καρδιά μου η σορόπα». Ο μόνος λόγος που βρίσκω για να δυσπιστήσει κανείς σε αυτή την εκδοχή είναι να μην ξέρει ότι υπάρχει λέξη «σορόπης, σορόπα». Φυσικά δεν την έχουν τα γενικά λεξικά διότι είναι λέξη της αργκό - όχι πάντως εύρημα του Σακελλάριου. «Σορόπι» είναι το σιρόπι. «Σοροπιάζω» θα πει, κυριολεκτικά, βάζω σιρόπι, αλλά επίσης μεταφορικά «ζαχαρώνω, ερωτοτροπώ». Για τους ερωτευμένους μπορεί να έλεγαν (δεν νομίζω να λέγεται σήμερα) «είναι στα σορόπια».

Και «σορόπης» είναι ο ερωτευμένος ή ο ερωτιάρης. Έτσι (ερωτοπαθής, ερωτόπληκτος, ερωτιάρης) αναφέρεται στο Λεξικό της πιάτσας του Καπετανάκη του 1950.

Υπάρχει και τραγούδι «Ο σορόπης» του Περιστέρη με τον Ρούκουνα (1935): «Όταν μπανίζεις γκόμενα, σορόπη μου, αμέσως σοροπιάζεις».

Στο Λεξικό της αργκό, του Ζάχου Παπαζαχαρίου δίνεται και ο θηλυκός τύπος, «σορόπα».

Τελικά, τι από τα δύο είναι το σωστό;

Το «Σάντα Τσικίτα» είναι μια ελληνική, κωμική κινηματογραφική ταινία, του 1953. Τη σκηνοθεσία την υπέγραψε ο Αλέκος Σακελλάριος και το σενάριο είναι βασισμένο στη θεατρική παράσταση του σκηνοθέτη και του Χρήστου Γιαννακόπουλου οι οποίοι έγραψαν και το κινηματογραφικό σενάριο.

Η Σάντα Τσικίτα, είναι η από μηχανής θεά, μια φιγούρα από αυτές που σπάνια εμπνεύστηκε ο ελληνικός κινηματογράφος, γυναίκα-ιέρεια ενός κοσμοπολιτισμού που ανταλλάσσει το θέαμα και την απόλαυση με τα εύκολα πλούτη από το εμπόριο αλλά και από παράνομες δραστηριότητες. Η Σάντα Τσικίτα είναι ένας γλυκός πειρασμός, αχρείαστος ίσως, όπως αχρείαστοι είναι όλοι οι πειρασμοί αυτού του είδους στη ζωή μας.

Πειρασμός που αυτό το "ανθρωπάκι" με το μεγάλο ηθικό ανάστημα, ο Φώτης, ο Άγιος Λογοθετίδης, το μετατρέπει με τη δύναμη της τύχης σε ευλογία. Ώσπου να έρθει όμως εκείνη η ώρα και εν αναμονή εξελίξεων έξω από το "στρατηγείο" του Έλληνα μαφιόζου Μπάμπη - Στέφανος Στρατηγός - ο Φώτης εμπλέκεται σ' ένα διάλογο με όλες τις γλώσσες του κόσμου, στο πρόσωπο της Μαρκέλας, της πολύγλωσσης χορεύτριας του καμπαρέ. Απολαύστε τον γύρο του κόσμου σε ένα λεπτό. Η "Σάντα Τσικίτα" έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους, στις 28 Αυγούστου 1953 και πρόπλασμά της υπήρξε το θεατρικό έργο: "Ο Φώτης Φραγκής και η Τσικίτα Λοπέζ".

Το «Δεσποινίς ετών 39» είναι δραματική κομεντί του 1954, σε σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου και σενάριο του ίδιου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου, με βάση το ομότιτλο θεατρικό έργο του συγγραφικού διδύμου.

Δύο παραλειπόμενα, λοιπόν, θα σας επισημάνω και από αυτήν την ταινία:

1. Στη σκηνή κατά την οποία ο Τηλέμαχος υπαγορεύει την αγγελία στον Σταμάτη, αναδεικνύεται η απελπισία του αδελφού να αποκαταστήσει την αδελφή του με οποιοδήποτε μέσο με την εξής ατάκα: "Προτιμώνται οι συνταξιούχοι, δημόσιοι υπάλληλοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι, εργάται, εισοδηματίαι, κτηματίαι και πάσης φύσεως εργαζόμενοι και μη!"

2. Το αποκορύφωμα του δράματος – διότι από ένα σημείο και πέρα, η υπόθεση ήταν δραματική – έρχεται στην προτελευταία σκηνή του έργου όπου ο Τηλέμαχος μένει μόνος στο τελευταίο σκαλί της σκάλας του σπιτιού του, μετά την αποχώρηση του φίλου του Σταμάτη, συντετριμμένος από την απογοήτευση που του προξένησε η φυγή της αγαπημένης του. Έχει να ανέβει την σκάλα, μόνος, βαρύς και ασήκωτος εξαιτίας της βαρύτητας η οποία, ξαφνικά, μεγέθυνε το μέτρο της στο εκατονταπλάσιο, ειδικά για αυτόν. Αυτή την σκάλα που έγινε τώρα ο προσωπικός Γολγοθάς του. Αυτήν την σκάλα λοιπόν, για να την ανέβει και να ξαναμπεί στο σπίτι του, όπου θα καθίσει φαρδύς, πλατύς στην πολυθρόνα του για να αποθέσει την απογοήτευση και την στεναχώρια του, μέχρι να έλθει η Χρυσάνθη η αδελφή του και να τον ρωτήσει γεμάτη απορία «τι έγινε, μωρέ;», αυτήν την σκάλα – Γολγοθά χρειάστηκε 132 δευτερόλεπτα για να «την αφήσει πίσω του», υπό τους ήχους της πένθιμης μουσικής του  Andre Ryder.  

Το «Αλίμονο στους νέους» είναι ταινία του Αλέκου Σακελλάριου το 1961, όταν δηλαδή ο Δημήτρης Χορν, ήταν 40 χρόνων.

Η μεταμόρφωση του Δημήτρη Χορν σε γέρο, στην εν λόγω ταινία και η ατάκα για την αμοιβή του μακιγιέρ που ήρθε από το εξωτερικό, έχει πια ιστορική αξία. Αλλά ας γίνουμε σαφέστεροι: Ο Δημήτρης Χορν κέρδισε το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1961 για το ρόλο του ως Ανδρέας. Για τον ρόλο του Ανδρέα προοριζόταν εξαρχής ο Δημήτρης Χορν, που είχε ενσαρκώσει τον ρόλο και στο ομώνυμο θεατρικό, αλλά ο Φίνος που επρόκειτο να χρηματοδοτήσει την κινηματογραφική μεταφορά του έργου είχε αντιρρήσεις για τον "αντιεμπορικό" Χορν και θέλησε να προτείνει τον ρόλο στον Ντίνο Ηλιόπουλο. Όταν εκείνος τον απέρριψε, ο Σακελλάριος συνεργάστηκε με άλλη ομάδα παραγωγής, δίνοντας τον ρόλο στον Χορν. Η προσπάθεια, λοιπόν, των μακιγιέρ να μετατρέψουν τον Χορν σε γέρο δεν έφερε ικανοποιητικό αποτέλεσμα, οπότε αποφασίστηκε να κληθεί ένας φημισμένος makeup artist του κινηματογράφου από την Αγγλία, ο Dick Bonnor-Morris (1911–1964). Μάλιστα ο τελευταίος είχε αμοιβή ισάξια του Χορν και όταν το έμαθε ο τελευταίος, είπε: "Με τόσα λεφτά που πήρε αυτός για να με γεράσει, δεν τα δίναμε καλύτερα σ' έναν πλαστικό να με κάνει 20 χρόνια νεότερο;".

Είναι κάποιοι άνθρωποι που γεννιούνται με “το χάρισμα”. Εκείνο που τους τοποθετεί στο πάνθεον των μεγάλων και σπουδαίων του Ελληνικού θεάτρου. Τέτοια είναι η περίπτωση του Δημήτρη Χόρν. Τα δύο τραγούδια της ταινίας "Πες μου μια λέξη" και "Ας είναι καλά το γινάτι σου", ερμηνευμένα από τον ίδιο έμειναν στην ιστορία ως δυο από τα πιο όμορφα τραγούδια που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2022

Τα «θέλω» της μαμάς μου με κατέστρεψαν!

 

Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα διαπιστώσει την μεταχείριση του παιδιού από την μαμά. Είχα αναρωτηθεί «πως μεταχειρίστηκε εσάς η μαμά σας;». Σήμερα θα σας δώσω ένα πιο απτό παράδειγμα μεταχείρισης και θα γίνει έτσι σαφές ότι αποτέλεσμα αυτής της μεταχείρισης αποτελεί η δημιουργία, από μέρους του παιδιού, ενός είδους νεύρωσης του χαρακτήρα.

Πρόκειται για την περίπτωση όπου οι μητρικές προθέσεις δεν είναι ξεκάθαρες. Η μητέρα εκδηλώνει την επιθυμία της η οποία όμως, είναι πολύ έντονη. Τόσο έντονη ώστε εμφανίζεται ως επιθετική και καταστροφική. Πρόκειται για μια μητέρα ραδιούργα, απαιτητική, σχολαστική, ανικανοποίητη, με έντονη την διάστροφη συνιστώσα της, με επιθυμία να καταστρέψει την επιθυμία του άλλου, του όμοιου.

Το παιδί φέρει το βάρος του «παιδιού-που-χρησιμοποιήθηκε-για». Γεγονός που σημαίνει ότι επενδύθηκε πρόωρα με λίμπιντο από μέρους της μητέρας. Γίνεται το αντικείμενο, όπου η μητέρα θα μπορούσε να βρει αυτό που υποτίθεται ότι περίμενε από τον πατέρα.

   Μιλάμε για «το στάδιο του καθρέφτη» (λίγο μετά τον 24ο μήνα του παιδιού), όπου η μαμά αρχίζει να διαφοροποιείται από το παιδί, στην αντίληψη του τελευταίου. Όταν, λοιπόν, το χρησιμοποιημένο παιδί έρχεται αντιμέτωπο με μια τόσο έντονη (επιθετική) επιθυμία της μαμάς, προσπαθεί να τη χειρισθεί (χρησιμοποιημένος καθώς είμαι χρησιμοποιώ και εγώ, αυτό ξέρω αυτό κάνω!) και να την ελέγξει (διαστροφική σχέση μαζί της). Στην προσπάθεια αυτού του ελέγχου, το παιδί, έχει την ευκαιρία να αποφασίσει να ακολουθήσει τους εξής δύο δρόμους:

Α. Θα κρατήσει το αντικείμενο (κόπρανα μερικό αντικείμενο) για την αυτοερωτική του ικανοποίηση. Σε αυτήν την περίπτωση επιτίθεται - αντιτίθεται στη μαμά (στον Άλλο). Ο Άλλος (η μαμά) αιτείται προς το παιδί να της δώσει το αντικείμενο που κατέχει (τα κόπρανα του). Τα κόπρανα αποτελούν για το παιδί το αίτιο της επιθυμίας του Άλλου (της μαμάς). Εξαιτίας των κοπράνων διατυπώνεται το αίτημα – επιθυμία του Άλλου. «Αν με αγαπάς δώσε μου τα κόπρανα σου. Αυτά θέλω». Το παιδί αντιλαμβάνεται ότι το δικό του αντικείμενο (τα κόπρανα του) αποτελούν την αιτία που ο Άλλος επιθυμεί. Χωρίς την ύπαρξη του αντικειμένου αυτού η επιθυμία του Άλλου θα ήταν ανύπαρκτη. Το αντικείμενο αυτό, λοιπόν, που το παιδί έχει στην κατοχή του κάνει τον Άλλον να υπάρχει. Το παιδί αρνείται κρατώντας το αντικείμενο  εντός του εντέρου του. Δεν το δίνει. Με αυτόν τον τρόπο κυριαρχεί επάνω στην επιθυμία της μαμάς (με την  κυριαρχία του καταστρέφει την επιθετική επιθυμία του Άλλου) και την ελέγχει. Ικανοποιείται αυτοερωτικά «ματαιόδοξα» - αρνούμενο την σχέση με τον Άλλο. Αρνείται αφού καταργεί την επιθυμία του.  Καταργεί την επιθυμία του μιας και ο Άλλος είναι απαιτητικός, ραδιούργος, ανικανοποίητος και άρα φοβερός.  

Β. Αν θα δώσει τα κόπρανα στη μαμά (στάση αγάπης προς το Άλλο, κατά την οποία θυσιάζει το αντικείμενο – κόπρανα στην αγάπη). Τώρα το παιδί επενδύει (γεμίζει) μαζικά στον Άλλο και μαζικά πολύ γρήγορα αποεπενδύει από αυτόν, γιατί η όποια συναλλαγή μαζί του βιώνεται ως απειλητική για το ίδιο το Εγώ που είναι εκτεθειμένο στην  επιθετικότητα της επιθυμίας του Άλλου. Όσο πλησιάζει τον Άλλο (εγγύτητα μαζί του) χάνει τα όρια (συμβαίνει σύγχυση Εγώ – Μη Εγώ) που το ξεχωρίζουν από εκείνον. Επενδύει λοιπόν, στον Άλλο αλλά δεν μπορεί να διατηρήσει την επένδυση. Πρόκειται για ένα πρώιμο αμυντικό μηχανισμό. Όταν πάω να κάνω επαφή με τον Άλλο και αυτός με τρομάζει, επειδή αναπαρίσταται ως διωκτικός, αυτό μπορεί να θίγει το εσωτερικό ναρκισσιστικό μου κύκλωμα: μόλις πάω να επενδύσω στον Άλλο ένα κάποιο μέρος από τη (ναρκισσιστική) λιμπιντική μου ενέργεια, αυτό βιώνεται σαν ναρκισσιστική απώλεια (ναρκισσιστική αιμορραγία) και αυτό είναι απειλή για τον ψυχισμό μου. Η συναλλαγή με τον Άλλο θα ισοδυναμούσε με ψυχική αιμορραγία (απώλεια του ναρκισσιστικού μου αποθέματος). Τότε εγκυστώνω τον Άλλο με σκοπό να τον ακινητοποιήσω ώστε να μην υπάρχει συναλλαγή. Ακινητοποιώ σημαίνει ότι τον καθιστώ μονοσήμαντα απόλυτο. Τον αδρανοποιώ. Του αφαιρώ οποιαδήποτε κινητικότητα που θα τον καθιστούσε ζωντανό. Τον απονεκρώνω. Τον μετατρέπω έτσι από επιθυμία σε ανάγκη. Όμως έτσι, πέφτω στην «παγίδα» και εγώ ο ίδιος διότι έτσι ακινητοποιούμαι και εγώ. Απονεκρώνομαι και εγώ ο ίδιος.   

Μέσα στην ακινητοποίηση του Άλλου ακινητοποιείται και το υποκείμενο (ιδού η κατάληξη του δράματος ): ακινητοποιώ και ακινητοποιούμαι, αποφεύγω τη συναλλαγή. Δεν υπάρχει εδώ το εν δυνάμει πάρε – δώσε που υπάρχει στην σχέση με τον Άλλο. Στην τελευταία υπάρχει μια συναλλαγή με το αντικείμενο που είναι ο Άλλος. Πράγματι ο σκοπός στην πρωκτικότητα είναι να φτιάξω τα όρια μέσα μου και να έρθω σε συναλλαγή με τον Άλλον. Αντίθετα, στη  περίπτωση που περιγράφω έχουμε καθήλωση των πραγμάτων. Δεν αφήνω «χώρους» ελεύθερους. Σε ένα «χώρο» ελεύθερο θα βάλω μέσα μου στοιχεία από τον Άλλο για να οικοδομήσω το Εγώ μου (Ego building). Στις συνθήκες όμως λειτουργίας αυτού του (αμυντικού) μηχανισμού που περιγράφω, όταν πάει να δημιουργηθεί αυτός ο χώρος τον γεμίζω αμέσως για να μην δομηθεί το Εγώ μου, ούτε το Εγώ-Μη Εγώ (μέσα – έξω) που δημιουργείται παράλληλα με το Εγώ μου.

Συνεπάγεται η αναίρεση, η παύση του «παιχνιδιού» του μέσα – έξω μέσω της εγκύστωσης και εξαφάνισης – κατάργησης  της επιθυμίας του Άλλου και άρα και της δικής μου. Αν μπει μέσα μου κάτι ( π.χ δόμηση του Εγώ στη ανάλυση) αυτό μπορεί να το βιώνω ως βιασμό (ο Άλλος αναπαρίσταται ως διωκτικός, βίαιος) οπότε γεμίζω, «πληρώνω» τα πράγματα εντός μου έτσι ώστε να μην υπάρχει η συναλλαγή με τον Άλλο. Η κατάσταση αυτή αποτελεί έναν πολύ πρώιμο αμυντικό μηχανισμό που προστατεύει το Εγώ από το πήγαινε – έλα της συναλλαγής σε περιπτώσεις πολύ πρωτόγονων ψυχισμών, όπου το υποκείμενο δεν μπορεί ακόμα ούτε και να σχάσει τον Άλλο (να τον διχοτομήσει), ώστε να υπάρχει συναλλαγή με την «καλή» πλευρά του Άλλου και μη συναλλαγή με την «κακή». Αφορά στον έλεγχο των εισβολών: καθίσταται σιγουριά εναντίον της αποδιοργάνωσης και της ψυχικής μου αποδόμησης.

 Στη ανάλυση ο αναλυόμενος μπορεί μέσω του μηχανισμού αυτού να ακινητοποιεί τον αναλυτή του: ο αναλυτής αισθάνεται να «παραλύει» να ακινητοποιείται, δεν μπορεί να «ονειροπολήσει», δηλαδή παλινδρομεί, δεν αφήνεται στην παθητικότητά του ώστε να γίνει δεκτικός.

Ό,τι λέει ο αναλυτής, ό,τι προτείνει, αισθάνεται να μην έχει κανένα νόημα για τον αναλυόμενό του. Νοιώθει πώς ό,τι κάνει είναι μάταιο. Έχουμε εδώ την ψυχική ακινητοποίηση του αναλυτή (αλλά και του ασθενούς ). Προκύπτει έτσι, μέσω του (αρχαϊκού) αμυντικού μηχανισμού της πρωτογενούς πρωκτικότητας η αναίρεση του θεραπευτή και του θεραπευτικού του αντικειμένου.

Εν κατακλείδι, ο μηχανισμός που περιγράφω και που εκφράζει την ιδεοψυχαναγκαστική δομή είναι καταδικασμένος να μην εμπλέκεται σε ανταλλαγές αλλά να πραγματώνει αιχμαλωσίες στον ψυχισμό. Από την στιγμή που η επιθυμία εγκαθίσταται σ’ αυτό το αντικείμενο (το πρωκτικό) είτε το υποκείμενο υποτάσσεται στο αίτημα του Άλλου (β΄ δρόμος) και η επιθυμία του σβήνει, είτε νιώθει σιγουριά στην επιθυμία του (α΄ δρόμος), επιμένοντας να αρνείται τον εαυτόν του στον Άλλο και του είναι ανυπάκουος. Αυτό ισοδυναμεί με την απώλεια της αγάπης του Άλλου. Είτε δηλαδή σβήνει η επιθυμία του, είτε χάνει την αγάπη του Άλλου.

Αλλιώς νιώθοντας σιγουριά για την επιθυμία του την μετατρέπει σε ανάγκη. Όταν συγχέει το αντικείμενο της επιθυμίας με το αντικείμενο της ανάγκης δημιουργείται πρόβλημα.

Ο ιδψχκος εγκαθιστά με τον άλλο μια σχέση που, με κάποιον τρόπο, αρθρώνεται στο επίπεδο του αιτήματος καταρχήν με την μητέρα του και κατά δεύτερον με τον ή την σύντροφο του. Ακόμα και αν στα περισσότερα, λέει ο Λακάν, προσπαθεί να το βουλώνει ο πόνος δεν αναιρείται. Π.χ. λέει, οι μακρόσυρτες του σιωπές στην ανάλυση ή στην σχέση με τον ή την σύντροφο. Αλλά το αίτημα ζητά να φτάσει ως το τέλος. Πρόκειται για μια υπόκωφη επίθεση, μια διαρκή φθορά που τείνει στον άλλο την υποτίμηση και την καταστροφή της επιθυμίας του. Ο Άλλος του απαγορεύει να επιθυμήσει η μπορεί να τον αιχμαλωτίζει μέσα στην δική του επιθυμία.

 Το μικρό, χρησιμοποιημένο παιδί, λέει ο Λακάν, που πρόκειται να γίνει ιδψχκο παρουσιάζει αυτό το χαρακτηριστικό ότι ζητά συνεχώς και με ένα τρόπο ενοχλητικό.

Ενώ ο υστερικός ταυτίζεται με τον Άλλο ή το Άλλο του μικρού άλλου ο ιδψχκος βρίσκεται απέναντι στον Άλλο. Στηρίζεται σ’ αυτόν και συγχρόνως του επιτίθεται!

Αμαρτίαι μητέρας βασανίζουσι τέκνα!