(Έμπνευση
: από το πεζοποίημα του Κ. Π. Καβάφη «Τα Πλοία»)
Του Παναγιώτη Μάρκου
Από την Φαντασία ως την
Πραγματικότητα το πέρασμα είναι δύσκολο. Είναι επικίνδυνη η θάλασσα. Η απόσταση
φαίνεται μικρή, από μια πρώτη ματιά. Έτσι, δεν γίνεται αντιληπτό πόσο μακρύ
είναι το ταξίδι και πόσο επιζήμιο είναι για τα πλοία που το επιχειρούν.
Η πρώτη ζημιά προέρχεται
από την εύθραυστη φύση των εμπορευμάτων που μεταφέρουν τα πλοία. Στην αγορά της
Φαντασίας, τα περισσότερα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από
γυάλινα και κεραμικά υλικά, διαφανή και παρόλη την προσοχή του κόσμου πολλά
σπάζουν στον δρόμο, και πολλά σπάζουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηρά. Κάθε,
δε, τέτοια ζημιά είναι ανεπανόρθωτη, διότι βρίσκεται πέρα από κάθε συζήτηση να
γυρίσει πίσω το πλοίο και να παραλάβει ομοιόμορφα πράγματα. Αυτό συμβαίνει
γιατί δεν υπάρχει πιθανότητα να βρεθεί το ίδιο κατάστημα το οποίο τα πουλούσε.
Οι αγορές της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλά όχι
μακροχρόνιας διάρκειας. Οι συναλλαγές τους είναι σύντομες, εκποιούν τα
εμπορεύματα τους με ταχύτητα και με την ίδια ταχύτητα αυτοδιαλύονται. Έτσι, είναι
πολύ σπάνιο ένα πλοίο που επανέρχεται να βρει τους ίδιους εξαγωγείς με τα ίδια
είδη.
Μια άλλη ζημιά
προέρχεται από την χωρητικότητα των πλοίων. Αναχωρούν από τα λιμάνια των
πλούσιων ηπείρων καταφορτωμένα, και έπειτα όταν βρεθούν στην ανοιχτή θάλασσα αναγκάζονται
να ρίξουν ένα μέρος από το φορτίο τους σε αυτήν για να σώσουν το υπόλοιπο.
Έτσι, σχεδόν κανένα από αυτά τα πλοία δεν κατορθώνει να μεταφέρει ακέραιους
τους θησαυρούς που παρέλαβε. Τα απορριπτόμενα, βεβαίως, είναι εκείνα που έχουν
την μικρότερη αξία, αλλά κάποτε συμβαίνει οι ναύτες, μέσα στην βιασύνη τους, να
κάνουν λάθη και ρίχνουν στην θάλασσα πολύτιμα αντικείμενα.
Μόλις, δε, φθάσουν στο
λιμάνι της Πραγματικότητας απαιτούνται νέες θυσίες πάλι. Έρχονται οι
αξιωματούχοι του τελωνείου για κάποιο είδος και σκέφτονται αν πρέπει να
επιτρέψουν την εκφόρτωση του, από την άλλη αρνούνται να αφήσουν ένα άλλο είδος
να αποβιβασθεί, και τελικά από όλη την πραμάτεια μόνο μικρό μέρος αποδέχονται.
Έχει η Πραγματικότητα τους νόμους της. Δεν έχουν όλα τα εμπορεύματα ελεύθερη
είσοδο και απαγορεύεται αυστηρά το λαθρεμπόριο. Η εισαγωγή των οίνων
εμποδίζεται διότι οι ήπειροι από όπου έρχονται τα πλοία φτιάχνουν οίνους,
ουσίες και οινοπνεύματα από σταφύλια τα οποία δημιουργούνται σε πολύ υψηλές
θερμοκρασίες. Δεν τα θέλουν διόλου αυτά τα ποτά οι αξιωματούχοι του τελωνείου.
Είναι πάρα πολύ μεθυστικά. Δεν είναι κατάλληλα για όλους τους εγκεφάλους.
Εξάλλου, υπάρχει μια εταιρεία εις τον τόπον της πραγματικότητας, η οποία έχει
το μονοπώλιο των οίνων. Κατασκευάζει υγρά που έχουν το χρώμα του κρασιού και
την γεύση του νερού, και μπορείς να πίνεις όλη την ημέρα από αυτά δίχως να
ζαλιστείς διόλου. Είναι παλιά εταιρεία. Χαίρει μεγάλης υπόληψης, και οι μετοχές
της είναι πάντοτε υπερτιμημένες.
Αλλά πάλι ας ήμαστε
ευχαριστημένοι τουλάχιστον από το γεγονός ότι τα πλοία φθάνουν στο λιμάνι
παρόλες τις θυσίες. Διότι, τέλος πάντων, με αγρύπνια και πολλή φροντίδα
περιορίζεται ο αριθμός των θραυομένων και ριπτόμενων σκευών κατά την διάρκεια
του ταξιδιού. Επίσης οι νόμοι του τόπου και οι τελωνειακοί κανονισμοί είναι μεν
τυρραννικοί κατά πολλά αλλά όχι και εντελώς αποτρεπτικοί, και μέγα μέρος του
φορτίου τελικά αποβιβάζεται. Οι δε αξιωματούχοι του τελωνείου δεν είναι
αλάνθαστοι και διάφορα από τα εμποδιζόμενα είδη περνούν εντός απατηλών κιβωτίων
που γράφουν άλλο από επάνω και περιέχουν άλλο, και εισάγονται μερικοί καλοί
οίνοι διά τα εκλεκτά συμπόσια.
Θλιβερό, θλιβερό είναι
άλλο πράγμα. Είναι όταν περνούν κάτι πελώρια πλοία, με κοράλλινα κοσμήματα και
ιστούς από έβενο, με μεγάλες σημαίες λευκές και κόκκινες γεμάτα με θησαυρούς,
τα οποία ούτε πλησιάζουν καν στο λιμάνι είτε διότι όλα τα είδη τα οποία φέρουν
είναι απαγορευμένα, είτε διότι δεν έχει το λιμάνι αρκετό βάθος να τα υποδεχθεί.
Και εξακολουθούν τον δρόμο τους. Ούριος άνεμος πνέει στα μεταξωτά τους ιστία,
και απομακρύνονται ήρεμα και μεγαλόπρεπα, απομακρύνονται για πάντα από μας και
από το στενάχωρο λιμάνι μας.
Ευτυχώς είναι πολύ
σπάνια αυτά τα πλοία. Μόλις δύο ή τρία Βλέπουμε καθόλη την ζωή μας. Τα
λησμονάμε δε γρήγορα. Όσο λαμπρή ήταν η οπτασία, τόσο ταχεία ήταν η λήθη της.
Και αφού περάσουν μερικά χρόνια, εάν καμιά μέρα – ενώ καθόμαστε αδρανώς
κοιτάζοντας το φως ή ακούοντες την σιωπή – τυχαία επανέλθουν στην νοερά μας
ακοή κάποιες στροφές ενθουσιώδεις, δεν τις αναγνωρίζουμε καταρχάς και τυραννάμε
την μνήμη μας για να θυμηθούμε που τις
ακούσαμε πριν. Μετά από πολύ κόπο ανασύρεται η παλιά ανάμνηση και θυμόμαστε ότι
οι στροφές αυτές είναι από το τραγούδι που έψαλλαν οι ναύτες, ωραίοι σαν ήρωες
της Ιλιάδος, όταν περνούσαν τα μεγάλα, τα θεσπέσια πλοία και προχωρούσαν
πηγαίνοντας … ποιος ξέρει που …!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου