Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Ένα θέμα του «μεγάλου Άλλου»: Ειλικρίνεια, πόσο κοντά με την αγένεια?

…κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.

Θεωρώ ότι οι ειλικρινείς άνθρωποι έχουν αξιοπιστία, ακεραιότητα, ευθύτητα.
Υπάρχει όμως και κάποιο όριο στο πόσο ειλικρινά μπορείς να μιλήσεις σε κάποιον άνθρωπο. Υπάρχει όριο στο δικαίωμά σου να είσαι ειλικρινής.
Δεν είναι ειλικρίνεια, για παράδειγμα, να λες αφιλτράριστα τη γνώμη σου σε κάποιον για την εμφάνισή του.
Δεν είναι ειλικρίνεια να κρίνεις τις επιλογές ζωής κάποιου χωρίς καν να έχεις ερωτηθεί και που στην ουσία δεν σε αφορούν κιόλας.
Δεν είναι ειλικρίνεια να κατακρίνεις συμπεριφορές και ενέργειες άλλων και να εκφέρεις την άποψή σου χωρίς οι ίδιοι να στη ζητήσουν, διότι απλά δεν τους ενδιαφέρει.
Δεν είναι ειλικρίνεια η παρόρμησή σου να συμπεριφερθείς αναλόγως της κακής σου διάθεσης σε όποιον έχει την ατυχία να βρεθεί στο δρόμο σου τη συγκεκριμένη μέρα.

Θα μου πείτε: Μα ποιος ορίζει ρε φίλε, ποιος είναι ειλικρινής και ποιος αγενής? Μα ο μεγάλος Άλλος της γλώσσας, αγαπητέ. Αυτός ο μεγάλος Άλλος που υπάρχει σε όσα υποκείμενα τον διαθέτουν (γιατί υπάρχουν και υποκείμενα στα οποία είτε είναι απών είτε δεν είναι εμπεδωμένος). Αν δεν καταλαβαίνεις για ποιο πράγμα σου μιλώ είμαι πρόθυμος να σου εξηγήσω:

Ο μεγάλος Άλλος της γλώσσας

Για κάθε ομιλούν ον, η συμβολική τάξη, ο άγραφος νόμος της κοινωνίας, είναι η δεύτερη φύση του. Αυτή η τάξη ή, αν προτιμάτε, αυτός ο άγραφος νόμος εδώ, ελέγχει και κατευθύνει τις πράξεις μας. Είναι σαν όλοι εμείς, τα υποκείμενα της γλώσσας, να μιλάμε και να επιδρούμε ο ένας στον άλλον σαν μαριονέτες. Τα νήματα της ομιλίας, των δράσεων και των κινήσεών μας τα κινεί κάποια ακατανόμαστη δύναμη, πανταχού παρούσα.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι τα ανθρώπινα άτομα, είμαστε απλά επιφαινόμενα, σκιές χωρίς δύναμη πραγματικά δική μας; Μήπως η αντίληψη που έχουμε για τους εαυτούς μας, ότι δηλαδή είμαστε αυτόνομοι δρώντες οργανισμοί, αποτελεί κάποιου είδους ψευδαίσθηση την οποία έχουμε επειδή χρησιμοποιούμε τον εγκέφαλο μας; Μήπως είναι αυτή η ψευδαίσθηση που μας εμποδίζει να δούμε ότι είμαστε εργαλεία στα χέρια αυτής της συμβολικής τάξης –αυτού του «μεγάλου Άλλου» όπως θα τον ονομάσουμε στην συνέχεια– η οποία «τάξη» είναι κρυμμένη πίσω από την οθόνη, που κινεί τα νήματα;

Ναι, καταρχήν. Αλλά αυτό το απλουστευτικό σχήμα δεν φανερώνει αρκετές από τις ιδιότητες αυτού του λεγόμενου «μεγάλου Άλλου». Γι αυτό θα εξακολουθήσω για λίγο ακόμα τις εξηγήσεις μου.

Η πραγματικότητα των ανθρώπων συγκροτείται μέσα από 3 επίπεδα: Το Συμβολικό, το Φαντασιακό και το Πραγματικό. Αυτή η τριάδα μπορεί να αναπαρασταθεί πολύ καλά με το σκάκι. Ας φανταστούμε λοιπόν, μια σκακιέρα με όλα τα πιόνια τοποθετημένα στην θέση τους. Ας φανταστούμε ότι μορφολογικά όλα τα πιόνια είναι ίδια. Όμως πώς θα ξεχωρίζαμε τον ίππο από τον πύργο; Προφανώς από τον τρόπο κίνησης ή καλύτερα, από τον τρόπο που οι κανόνες του παιχνιδιού «επιβάλλουν» τις κινήσεις του ίππου σε διάκριση από εκείνες του πύργου. Ομοίως θα συνέβαινε και με τα υπόλοιπα πιόνια. Ο τρόπος της κίνησης λοιπόν, θα συμβόλιζε και το αντίστοιχο πιόνι. Αυτό είναι το Συμβολικό επίπεδο. Αυτό το επίπεδο διακρίνεται από το Φαντασιακό επίπεδο που σχετίζεται με τη μορφή και τα ονόματα που χαρακτηρίζουν τα διάφορα πιόνια (Βασιλιάς, Βασίλισσα, Πύργος, Ίππος κ.λπ.). Επίσης θα ήταν πολύ εύκολο να φανταστούμε το ίδιο παιχνίδι (ίδιους κανόνες, πάει να πει) με άλλα ονόματα και σύμβολα, όπως άλλωστε συνέβη όταν εφευρέθηκε το παιχνίδι στην Περσία, από ένα βραχμανό αυλικό στην αυλή του Σάχη, ονόματι Σίσσα, ο οποίος στη θέση των ίππων είχε τοποθετήσει ελέφαντες.
Τέλος, το Πραγματικό επίπεδο είναι το σύνολο των τυχαίων συγκυριών που επηρεάζουν τη ροή μιας παρτίδας: η ευφυΐα των παικτών, οι απρόβλεπτες παρεμβολές που μπορεί να διασπάσουν την προσοχή των παικτών, ενδεχόμενες αδιαθεσίες των παικτών κατά τη διάρκεια της παρτίδας και άλλα τινά.

Ο μεγάλος Άλλος, στον οποίο αναφέρθηκα, λειτουργεί σε συμβολικό επίπεδο. Τι αποτελεί αυτή την συμβολική τάξη;
Όταν μιλάμε (ή ακόμα και όταν ακούμε), δεν επικοινωνούμε απλά με τους άλλους. Με τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε αποδεχόμαστε και βασιζόμαστε σε ένα δίκτυο κανόνων και προϋποθέσεων.

Καταρχήν, υπάρχουν οι γραμματικοί κανόνες, τους οποίους πρέπει να μάθω να χειρίζομαι τυπικά και αυθόρμητα: αν έπρεπε διαρκώς να τους έχω κατά νου, τότε η ομιλία μου θα ήταν προβληματική.
Στην συνέχεια, υπάρχει η συμμετοχή μου σε ένα σύμπαν κοινών βιωμάτων, που επιτρέπει σε μένα και στο συνομιλητή μου να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Οι κανόνες που ακολουθώ σημαδεύονται από ένα βαθύ διχασμό: υπάρχουν κανόνες (και σημασίες) που ακολουθώ ασυναίσθητα, από συνήθεια, αλλά τους οποίους αν κάτσω να σκεφτώ μπορώ να τους συνειδητοποιήσω, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον (όπως οι κοινοί γραμματικοί κανόνες). Υπάρχουν κανόνες και σημασίες που ακολουθώ, σημασίες που με στοιχειώνουν, εν αγνοία μου (όπως οι ασυνείδητες απαγορεύσεις). Τέλος, υπάρχουν κανόνες και σημασίες που γνωρίζω, αλλά που πρέπει να παριστάνω ότι αγνοώ – βρόμικοι ή χυδαίοι υπαινιγμοί που τους αποσιωπώ, για να κρατήσω τα προσχήματα.
Αυτό το συμβολικό σύμπαν λειτουργεί ως μέτρο βάσει του οποίου μπορώ να μετρήσω τον εαυτό μου. Να γιατί ο μεγάλος Άλλος, συχνά, αποκτά «σάρκα και οστά» (υπόσταση, πάει να πει) ή προσωποποιείται στη μορφή ενός μοναδικού φορέα: ο Θεός που με βλέπει από ψηλά ή ο Σκοπός στον οποίο είμαι ταγμένος (η Ελευθερία, το Έθνος, η Ανθρωπότητα, το Προλεταριάτο, ο Κομουνισμός κ.λπ.). Όταν μιλώ, δεν είμαι ποτέ απλώς ένα άτομο, ένα ανθρώπινο ον που επικοινωνεί με άλλα ανθρώπινα όντα, με άλλα ανθρώπινα άτομα: ο μεγάλος Άλλος είναι πάντα παρών.

Όμως, παρότι έχει θεμελιακή δύναμη, ο μεγάλος Άλλος είναι εύθραυστος και εικονικός. Υπάρχει υποκειμενικά για τον καθένα μας και είναι εκεί, μόνο στο βαθμό που τα υποκείμενα (οι άνθρωποι δηλαδή) ενεργούν σαν να υπήρχε. Το καθεστώς που επιβάλλει είναι ανάλογο μιας ιδεολογικής αρχής όπως είναι ο Κομουνισμός, το Έθνος ή η Πατρίδα: αποκτά ουσία για τα άτομα που αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους σε αυτήν την ουσία. Αποτελεί το θεμέλιο της ύπαρξης τους καθώς και το σημείο αναφοράς τους. Για χάρη του τα άτομα μπορούν να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους.

Επομένως, η ουσία αυτή υπάρχει, έχει υπόσταση μόνο στο βαθμό που τα ανθρώπινα άτομα πιστεύουν σε αυτήν και ενεργούν ανάλογα.

Έτσι, όταν αναφέρομαι στις απόψεις των άλλων, δεν αναφέρομαι μόνο σε αυτό που εγώ ή οι άλλοι πιστεύουν, αλλά επίσης αναφέρομαι και σε αυτό που ο απρόσωπος κάποιος πιστεύει. Όταν παραβιάζω κάποιον κανόνα καλής συμπεριφοράς, δεν κάνω ποτέ απλώς και μόνο κάτι που η πλειονότητα των άλλων δεν κάνει – κάνω κάτι που ο απρόσωπος κάποιος δεν κάνει.

Αυτός ο μεγάλος Άλλος ή αλλιώς, η συμβολική τάξη, αναδύεται μέσα από τη γλώσσα. Τη στιγμή που οι άνθρωποι αποκτούν τη γλώσσα, από την στιγμή αυτή και μετά «άρχεται η βασιλεία» του μεγάλου Άλλου. Η γλώσσα είναι ένα δώρο για τον άνθρωπο. Ένα δώρο τόσο επικίνδυνο όσο ο Δούρειος Ίππος για τους Τρώες: μας προσφέρεται μεν δωρεάν, αλλά από τη στιγμή που θα το δεχτούμε μας εποικίζει.  

Τελικά…
Η ειλικρίνεια φίλε μου είναι ιερή, είναι από τις σπουδαιότερες αρετές που έχει ο άνθρωπος. Χρειάζεται κότσια για να μιλάς ειλικρινά και να είσαι απόλυτα αληθινός με τους άλλους. Χρειάζεται κότσια για να παραδέχεσαι τα λάθη σου, να αναγνωρίζεις που έφταιξες και να ζητάς συγνώμη. Χρειάζεται επίσης τεράστιο θάρρος για να υποστηρίζεις τις επιλογές σου και τις απόψεις σου. Χρειάζεται θάρρος για να λες στους ανθρώπους σου την πραγματική αλήθεια, ακόμα κι όταν αυτή δεν είναι αρεστή. Έχει όμως κάποιο νόημα, έναν σκοπό. Να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από κάτι που του κάνει κακό και τον φθείρει ή να τον ωθήσει να εξελιχθεί σε καλύτερο άνθρωπο.

Η ειλικρίνεια που αποσκοπεί σε απλές προσβολές και το μοναδικό πράγμα που επιτυγχάνει είναι να πληγώνει συναισθήματα και να καταρρακώνει εγωισμούς και αυτοπεποιθήσεις, δεν θα έπρεπε να ονομάζεται ειλικρίνεια, αλλά αγένεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου