«Οι άνθρωποι αλλάζουν. Βλέπεις
μετά από χρόνια κάποιον και δεν τον αναγνωρίζεις» Ναί. Αλλάζουν οι άνθρωποι. Το παιδί όμως που
κουβαλάνε μέσα τους δεν αλλάζει ποτέ. Μένει
κρυμμένο σε μια γωνιά της ψυχής και κάνει κουμάντο.
Μιλάμε για ένα πληγωμένο παιδί.
Δημιούργημα μιας ηλικίας νηπιακής. Τότε ήταν που το βαθύ σκοτάδι επισκίασε
μέρες ηλιόλουστες και ανέμελες. Ο ουρανός χλώμιασε και ήρθε η μπόρα.
Κρύωσε τόσο εκείνη την μέρα που η
πνευμονία του κρατάει χρόνια και μένει να περιφέρεται μες την ζωή του ακόμα και
τώρα. Είναι η τοτινή αρρώστια που προκαλεί τον τωρινό πόνο. Δεν είναι αισθητή, κάθε στιγμή, η
παρουσία του αλλά δεν μπορείς να αγνοήσεις αυτόν τον πόνο με τίποτα, όταν κάτι
θα ξύσει τις πληγές του. Οι πληγές του δημιουργήθηκαν από κάτι σκιές. Κάτι
σκιές που επειδή εκείνο το παιδί – όπως όλα τα παιδιά του κοσμάκη – δεν είχε
λεξικό τις μετάφρασε σε απόρριψη, περιφρόνηση, προδοσία, εγκατάλειψη, ενοχή και
ό,τι άλλο.
Και τότε ήλθαν τα δάκρυα να
οργώσουν τα παιδικά μάγουλα.
Κι έκλαψε πολύ ώρα. Ήταν για όλα.
Έτσι όπως γίνεται σε αυτές της περιπτώσεις. Είναι να μην βρει χαραμάδα το
παράπονο της ψυχής. Και το περίεργο είναι πως μπορεί να κάνει στάση και να
ψηλαφίζει γεγονότα που δεν είναι τόσο σημαντικά. Μπορεί να κλάψεις περισσότερο
για το σημάδι μιας γρατσουνιάς, παρά για τη χαρακιά μιας ακόμα βαθιά
επουλωμένης (επουλωμένη;) πληγής.
Σε τι εξελίχθηκε εκείνο το
πληγωμένο παιδί? Ούτε σε άνδρα ούτε σε γυναίκα! Σε έναν άνθρωπο γεμάτο πόνο. Σε
ένα στερημένο ον. Σε έναν άνθρωπο που «τον μποδίζουν να βαδίζει!»
Ξέρετε, ο στερημένος δεν έχει
μπέσα. Ακόμα και αν έχει, το μυαλό του είναι πως να τα φέρει βόλτα. Το μόνο που προσπαθεί είναι…να υπάρχει! Μόνο
αυτό του αρκεί. Ενώ ο χορτασμένος διαθέτει την πολυτέλεια να σκεφτεί. Να
φκιάσει όραμα.
Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον
ίσκιο ενός ανθρώπου,
για να καθίσει από κάτω, να
κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.
Ο πόνος θέλει μια σκέψη.
Ένα καταφύγιο για να
καταλαγιάσει.
Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται
πιο σκληρός.
Πιο κοφτερός.
Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε
βρει σε μαχαιρώνει,
ώσπου να σε ρημάξει…
Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ
οχυρωμένοι τα βγάζουν πέρα.
Κι αυτό το ον δεν ήταν ποτέ τόσο
δυνατό.
Και καθόλου οχυρωμένο.
Και τώρα που μεγάλωσε τούτο το
παιδί τι μπορεί να κάνει? Τώρα που μεγάλωσες, παλληκάρι πρέπει να γενείς, και μπορείς να είσαι εσύ ο γονιός του εαυτού
σου, πρέπει να τον φροντίσεις ο ίδιος. Μπορείς να νανουρίσεις το πληγωμένο σου
παιδί στην αγκαλιά σου.
Να του εξηγήσεις πως ναι, υπέφερε
και ίσως υπέφερε παραπάνω απ’ όσο έπρεπε Πως θα πρέπει να μάθει να συγχωρεί, να
μην είναι τόσο σκληρό με τους άλλους και με τον εαυτό του, πως δεν έφταιξε σε
τίποτα και πως η βροχή που το αρρώστησε είναι κάτι που υπάρχει στην φύση και
απλά τότε δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει.
Όμως τώρα δεν είσαι παιδί και
πρέπει να δώσεις σε αυτό μέσα σου να καταλάβει όσα έμαθες μέχρι σήμερα,
αλλάζοντάς του τις λανθασμένες πεποιθήσεις, σώζοντάς το.
Διότι χωρίς την βοήθειά σου
κανένας άλλος δεν θα μπορέσει να το κάνει όσο και αν τον ψάξεις γύρω σου.
Για σένα ισχύουν τα λόγια του
Βάρναλη, πως «αν είναι ο λάκκος σου βαθύς, χρέος σου είναι με τα χέρια σου να
σηκωθείς».
Όσο για του άλλους, ισχύουν τα
παρακάτω…
Ε, εσείς οι άλλοι, οι
οχυρωμένοι…ναι, σε σας απευθύνομαι, στους δυνατούς. Βοηθάτε λίγο εκείνους τους πληγωμένους,
εκείνους που αγωνίζονται να υπάρξουν κάπως…Μην αρκείστε μόνο να τους δείχνετε
με το δάχτυλο το ορθό.
Να θυμόμαστε πάντα τούτο: Όταν δείχνεις το σωστό με το δάχτυλο
τεντωμένο, γίνεται σφαίρα και τρυπάει την ψυχή. Το σωστό ξεγυμνωμένο έχει
αγκάθια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου