Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018

«Εσύ» όπως λέμε «Εγώ»!

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ: Πρόκειται για οποιοδήποτε πράγμα βρίσκεται απέναντι από εμάς, το «έναντι ημών κείμενον» προς το οποίο εκδηλώνεται ένα συναίσθημα, μια ενέργεια. Είναι αυτό στο οποίο ψάχνουμε να ικανοποιήσουμε το σκοπό μας με αποτέλεσμα να λύσουμε την ένταση και το ανικανοποίητο. Τα αντικείμενα μπορεί να είναι πράγματα ή πρόσωπα πραγματικά. Είναι το πέρα και έξω από εμένα, η ετερότητα, ο Άλλος, το μη – ΕΓΩ. (Γνωρίζουμε ότι κάποιες μορφές αϋπνίας μπορεί να οφείλονται στο ότι δεν υπάρχει το αντικείμενο που θα κατευνάσει την ορμή (εντάσεις) του υποκειμένου ). Μπορεί να είναι και φανταστικό, φερ’ ειπείν όταν ονειροπολούμε να φανταζόμαστε πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, τοπία, σχέσεις κ.λ.π. τα οποία μας ευχαριστούν (μας ικανοποιούν) ενώ επί του πραγματικού όλα αυτά δεν υπάρχουν, δεν τα κατέχουμε στ’ αλήθεια.

Κλινικό παράδειγμα: Άνδρας 50 ετών βρίσκεται σήμερα σε ανάλυση. Ζήτησε ανάλυση μετά από ένα προσωπικό – ερωτικό πρόβλημα. Στην πρώτη, προκαταρκτική συνεδρία μετέδωσε : «Νομίζω πως εμείς θα τα πάμε καλά, καθηγητής εσείς, καθηγητής κι εγώ». Του απάντησα : «Δε σας καταλαβαίνω». Βλέπουμε εδώ την (ασυνείδητη) προσπάθεια του αναλυόμενου να καταργήσει την ετερότητα (τον άλλο, τον αναλυτή). Πρόκειται για την ανάγκη του να μην αναγνωρίσει τη διαφορετικότητα του αντικειμένου (του αναλυτή) αλλά ν’ αποτελέσει μαζί του μια ναρκισσιστική συνέχεια, να βρεθεί σε μια συγχωνευτική σχέση μαζί του όπου ο ένας ν’ αποτελεί προέκταση του άλλου ο ένας να μην ξεχωρίζει από τον άλλον έτσι ώστε να μην διαταραχτεί το Εγώ του (άγχος) από το ανοίκειο, το ξεχωριστό. Απαντώντας του «δε σας καταλαβαίνω» ο αναλυτής προωθεί τα πράγματα, εισάγει τις διαφορές, επιχειρεί να υπάρξει ως «κείμενο έναντι αυτού», ως άλλος για να μπορέσει να συναλλαχθεί με τον αναλυόμενο του ώριμα «ενώπιος ενωπίω» ως δυο διαφορετικοί άνθρωποι. Εισάγοντας την διαφορά των δυο ο αναλυτής τον επαναφέρει στην πραγματικότητα την οποία εκείνος έτεινε να διαψεύδει: ότι αναλυτής και αναλυόμενος είναι δυο και διαφορετικοί και όχι ένα και το ίδιο (φαντασία του αναλυόμενου η οποία καταργεί την πραγματικότητα).

Ο αναλυόμενος εδώ έχει να εξελιχθεί, να βγει έξω από τον εαυτό του και να διαπραγματευτεί (να «σηκώσει») τη σχέση με τον διαφορετικό άλλο ώστε να μπορέσει να προχωρήσει..
Βλέπουμε εδώ την φυσική προδιάθεση του Εγώ να τείνει να σχετίζεται περισσότερο με το κατοπτρικό του είδωλο, την προέκτασή του παρά να διακινδυνεύει την εξέλιξή αφομοιώνοντας τη διαφορετικότητα κάνοντας χώρο για το έτερο που είναι ο άλλος. Σε καμία περίπτωση ο άλλος είναι ίδιος «σα μια σταγόνα νερό». Φτιάχνουμε (κατασκευάζουμε) τον άλλο με την φαντασία μας, φέρνουμε την πραγματικότητα στα μέτρα μας.

Εν κατακλείδι, το αντικείμενο δομείται από στοιχεία του υποκειμένου. «Χτίζουμε» τον άλλο στη φαντασία μας και ερήμην του μέσα από δικά μας στοιχεία. Προβάλλουμε σ’ αυτόν πλευρές του εαυτού μας, τον κάνουμε τελικά να μας μοιάζει.


Οι εντονότερες και βιαιότερες συγκρούσεις μας με τον άλλο σηματοδοτούνται από τη στιγμή που αρχίζει η συνειδητότητα ότι τελικά ο άλλος, είναι διαφορετικός (έτερος) και όχι - όπως τον φανταζόμαστε - το «υπόλοιπο μισό του πορτοκαλιού». Η επίγνωση αυτή συνεπάγεται συγκινήσεις κατάρρευσης, απογοήτευσης και απίστευτου θυμού καθώς παλινδρομούμε. Ξαναζούμε στο σήμερα τις εναγώνιες (ψυχοτραυματικές) στιγμές του τότε, την εποχή κατά την οποία αναγνωρίζαμε ότι η μαμά είναι κάποια άλλη (Μη Εγώ) και όχι η ναρκισσιστική μας συνέχεια.



Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Μαμά: να ‘σαι τρυφερός, παιδί μου…

ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ. Απόλαυση, αλλά συνάμα και πλήρης ανησυχίας αξιολόγηση των τρυφερών χειρονομιών του αγαπημένου αντικειμένου, στο μέτρο που το υποκείμενο αντιλαμβάνεται πως δεν είναι ο προνομιακός αποδέκτης τους.

Δε μιλώ μόνο για την ανάγκη να δέχομαι την τρυφερότητα. Υπάρχει και η ανάγκη να είμαι τρυφερός για τον άλλον. Εγκλωβιζόμαστε σ’ ένα χώρο αμοιβαίας καλοσύνης, φερόμαστε μητρικά ο ένας στον άλλον. Επιστρέφουμε έτσι στη ρίζα κάθε σχέσης, εκεί όπου ανάγκη και πόθος συνυφαίνονται. Η τρυφερή χειρονομία δηλώνει: ζήτησέ μου ό,τι μπορεί να αποκοιμήσει το κορμί σου, αλλά ταυτόχρονα μη λησμονείς ότι κι εγώ σε ποθώ λιγάκι, σε ποθώ ανάλαφρα, χωρίς να θέλω ν’ αποκτήσω τίποτε ευθύς αμέσως.

Η σεξουαλική απόλαυση δεν είναι μετωνυμική: άπαξ και συντελεστεί, κόβεται: ήταν η ανέκαθεν κλειστή Γιορτή που κατέστη δυνατή χάρη σε μια προσωρινή, ελεγχόμενη άρση της απαγόρευσης. Αντίθετα, η τρυφερότητα είναι μια ατέρμονη, ακόρεστη μετωνυμία. Η τρυφερή χειρονομία, το τρυφερό επεισόδιο (η τερπνή συμφωνία μιας βραδιάς) διακόπτεται πάντα οδυνηρά: όλα μοιάζουν να αναθεωρούνται, ο ρυθμός - τό βρίτι[1] - επιστρέφει, η νιρβάνα απομακρύνεται.

Όταν εισπράττω την τρυφερή χειρονομία στο επίπεδο της ζήτησης, πληρούμαι: μήπως η χειρονομία αυτή δε μοιάζει με θαυμαστή συμπύκνωση της παρουσίας;

Όταν όμως την εισπράττω (πράγμα που μπορεί να συμβεί ταυτόχρονα με την προηγούμενη κίνηση) στο πεδίο του πόθου, με κυριεύει η ανησυχία: η τρυφερότητα, de jure, δεν είναι αποκλειστική, πρέπει λοιπόν να δεχτώ ότι αυτό που εισπράττω εγώ το εισπράττουν και άλλοι (μερικές φορές το θέαμα ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μου). Όταν κι όπου δείχνεσαι τρυφερός, φανερώνεις τον πληθυντικό της επιθυμίας σου.

(«Ο Λ έβλεπε κατάπληκτος τον Α να κάνει στην γκαρσόνα αυτού του βαυαρέζικου εστιατορίου, προκειμένου να της παραγγείλει ένα σνίτσελ, τα ίδια γλυκά μάτια, να της στέλνει το ίδιο αγγελικό βλέμμα, που τον συγκινούσαν τόσο πολύ όταν απευθύνονταν στο πρόσωπό του»).


[1] Τό βρίτι, για τον Βουδιστή, είναι παφλασμός κυμάτων, η κυκλική διαδικασία. Το Βρίτι είναι οδυνηρό, και μόνο ή νιρβάνα μπορεί να το σταματήσει.