ΒΟΥΛΗΣΗ ΚΑΤΟΧΗΣ. Το υποκείμενο αντιλαμβάνεται πως οι
δυσκολίες της ερωτικής σχέσης προέρχονται από το ότι θέλει μονίμως να
ιδιοποιείται, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, το αγαπημένο αντικείμενο, και
αποφασίζει να παραιτηθεί εφεξής από κάθε «βούληση κατοχής» απέναντί
του.
Μόνιμη
σκέψη του ερωτευμένου: ο άλλος μου οφείλει αυτό που έχω ανάγκη. Κι όμως έρχεται
μια στιγμή που νιώθω πραγματικά φόβο. Πέφτω στο κρεβάτι, συλλογίζομαι σιωπηλά
και αποφασίζω: από τώρα και στο εξής δε θέλω να κατέχω κανένα στοιχείο τού
άλλου.
Η
Μ.Β.Κ. (η μη-βούληση-κατοχής, έκφραση-απομίμηση εκφραστικών τύπων τής Ανατολής)
είναι ανεστραμμένο υποκατάστατο της αυτοκτονίας. Να μη σκοτώνεσαι (από έρωτα) σημαίνει:
παίρνεις την απόφαση να μην κατέχεις τον άλλον.
Η
βούληση κατοχής πρέπει να λείψει - αλλά η μη-βούληση-κατοχής δεν πρέπει να
φαίνεται: τέρμα οι λατρευτικές αφιερώσεις. Δε θέλω να υποκαταστήσω τη θερμή παραφορά
του πάθους με την «αποψιλωμένη ζωή, την επιθυμία του θανάτου, τη μεγάλη
κούραση». Η Μ.Β.Κ. δεν ανήκει στην περιοχή της καλοκαγαθίας, είναι ζωηρή, στυγνή:
από τη μια μεριά, δεν έρχομαι αντιμέτωπος με τον κόσμο των αισθήσεων, αφήνω τον
πόθο να κυκλοφορεί μέσα μου* από την άλλη, ακουμπώ τον πόθο πάνω στην «αλήθεια
μου». Και η αλήθεια μου είναι ότι: αγαπώ απόλυτα. Όταν δεν ισχύει αυτό, αποσύρομαι,
διασκορπίζομαι, σαν στρατιωτικό τμήμα που αρνείται να «πολιορκήσει» το στόχο.
Κι
αν η Μ.Β.Κ. ήταν μια σκέψη με τακτική σκοπιμότητα (ορίστε, επιτέλους, μια
τέτοια σκέψη!); Αν εξακολουθούσα πάντα να θέλω (έστω και κρυφά) να κατακτήσω τον
άλλον προσποιούμενος ότι τον απαρνούμαι;
Αν
απομακρυνόμουν για να τον κατέχω ασφαλέστερα;
Το
ρεβερσίνο (το παιχνίδι αυτό όπου κερδίζει όποιος κάνει τη μικρότερη μπάζα)
στηρίζεται σε ένα κόλπο που το γνωρίζουν καλά οι σοφοί («Η δύναμή μου βρίσκεται
στην αδυναμία μου»). Η σκέψη αυτή είναι δολερή, γιατί έρχεται να φωλιάσει μέσα
στο πάθος χωρίς να θίξει τις μονομανίες και τα άγχη που το συνοδεύουν.
Έσχατη
παγίδα: αρνούμενος κάθε βούληση κατοχής, ενθουσιάζομαι και μαγεύομαι με την
«καλή εικόνα» του εαυτού μου που δείχνω προς τα έξω. Δε βγαίνω από τα όρια του συστήματος.
Για
να πάψει οριστικά να ’χει οποιαδήποτε σχέση με το σύστημα του Φαντασιακού η
σκέψη της Μ.Β.Κ., πρέπει να κατορθώσω (κινούμενος από την αποφασιστικότητα που
χαρίζει μια σκοτεινή κούραση) να βρεθώ κάπου εκτός τής γλώσσας, σ’ ένα χώρο αδράνειας,
ή, αν θέλετε, απλώς αυτό: να καθίσω («Κάθεσαι ήσυχα - ήσυχα χωρίς να κάνεις
τίποτε, η άνοιξη έρχεται, η χλόη
φουντώνει από μόνη της»). Και πάλι ή Ανατολή: να μη θέλεις να κατέχεις τη μη-βούληση-κατοχής.
Να αφήνεις να σου έρχεται (από τον άλλον) ό,τι είναι να ’ρθει, να αφήνεις να
φεύγει (από τον άλλον) ό,τι είναι να φύγει. Τίποτε να μην κατέχεις, τίποτε να μην
αποδιώχνεις: να δέχεσαι, να μη διατηρείς, να παράγεις χωρίς να ιδιοποιείσαι, κτλ.
Ή, ακόμη: «Το τέλειο Ταό δεν παρουσιάζει δυσκολία, μόνο που αποφεύγει την επιλογή».
Ας
μείνει λοιπόν η μη-βούληση-κατοχής διαποτισμένη από πόθο χάρη σ’ αυτή την επικίνδυνη
κίνηση. Το σ’ αγαπώ το ’χω μέσα στο μυαλό μου, αλλά το κρατώ φυλακισμένο πίσω από
τα χείλη μου. Δεν το προφέρω. Σ’ αυτόν που δεν είναι πια ή δεν είναι ακόμα ο
άλλος μου, λέω σιωπηλά: επιφυλάσσομαι να σ’ αγαπήσω.
Τόνος
νιτσεϊκός: «Να μην προσεύχεσαι πια, να ευλογείς!» Τόνος μυστικός: «Ο οίνος ο κάλλιστος
και ήδιστος, ο οίνος ο πιο μεθυστικός [...] αυτός που η εκμηδενισμένη ψυχή δεν
τον ήπιε και μέθυσε, ψυχή ελεύθερη και μεθυσμένη! η ψυχή η επιλήσμων, η
ξεχασμένη, η ψυχή που μεθά μ’ αυτό που δεν πίνει ούτε θα πιει ποτέ!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου