ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΙ.
Το ερωτευμένο υποκείμενο βλέπει όλους όσοι το περιβάλλουν ως
«αποκατεστημένους». Όλοι του φαίνονται εφοδιασμένοι μ’ ένα μικρό πρακτικό και συναισθηματικό
σύστημα συμβατικών σχέσεων, από το οποίο αισθάνεται αποκλεισμένο. Έτσι, νιώθει
ένα διφορούμενο συναίσθημα, φθόνου και γελοιότητας.
«Θέλω να κάνω φανερή την θέση μου δίπλα
του/της. Δεν θέλω να μαι στην σκιά». (Αποκατάσταση).
Θέλει
να μπει σ’ ένα σύστημα (ο «αποκατεστημένος»). Γιατί
το σύστημα είναι ένα σύνολο όπου οι πάντες έχουν τη θέση τους (έστω κι αν αυτή
δεν είναι καλή). Οι σύζυγοι, οι εραστές, τα τρίο, οι περιθωριακοί (ναρκομανείς
καί ψωνιστηρτζήδες), βολεμένοι κι αυτοί μια χαρά μέσα στην περιθωριακότητά
τους: οι πάντες εκτός από μένα. (Παιχνίδι: όσα ήταν τα παιδιά, τόσες, μείον
μία, ήταν και οι καρέκλες. Όσην ώρα εκείνα γύριζαν γύρω γύρω, μια κυρία πατούσε
τα πλήκτρα ενός πιάνου. Μόλις σταματούσε, ορμούσαν όλα για να πιάσουν από μια
καρέκλα και να καθίσουν. Όλα, εκτός από το λιγότερο καπάτσο, το λιγότερο βάναυσο,
ή το λιγότερο τυχερό. Αυτό έμενε όρθιο, ο βλάκας της παρέας, ο παραπανίσιος:
ο ερωτευμένος).
Οι αποκατεστημένοι που με περιβάλλουν, πως μπορούν να
προκαλέσουν το φθόνο μου; Βλέποντάς τους νιώθω αποκλεισμένος, από τι; Ό,τι κι αν
είναι, δεν μπορεί να έχει σχέση ούτε με «όνειρο», ούτε με «ειδύλλιο», ούτε με
«ένωση». Οι «αποκατεστημένοι» έχουν πολλά παράπονα από το σύστημά τους· το
όνειρο της ένωσης, πάλι, είναι υποκείμενο ενός άλλου σχήματος. Όχι λοιπόν. Η φαντασίωσή
μου, που αφορά στο σύστημα, είναι πολύ ταπεινή (φαντασίωση πού γίνεται
παραδοξότερη αν σκεφτείς ότι δε διαθέτει καμιάν αίγλη). Αυτό που θέλω, αυτό που
ποθώ, είναι, απλούστατα, μια δομή (τούτη η λέξη, άλλοτε, έκανε τα δόντια
ορισμένων να τρίζουν: την έβλεπαν ως το απόγειο της αφαίρεσης). Βέβαια, δεν υφίσταται
ευτυχία της δομής. Όμως, κάθε δομή είναι κατοικήσιμη - αυτός, μάλιστα, ίσως να
είναι ό καλύτερος ορισμός της. Μπορώ θαυμάσια να κατοικώ κάτι που δε με κάνει ευτυχισμένο.
Μπορώ να παραπονιέμαι και συνάμα να αντέχω. Μπορώ να αρνιέμαι το νόημα της
δομής που υφίσταμαι, και ταυτόχρονα να διασχίζω χωρίς δυσαρέσκεια ορισμένους
καθημερινούς χώρους της δομής αυτής (συνήθειες, μικροαπολαύσεις, μικροασφάλειες,
πράγματα ανεκτά, παροδικές εντάσεις).
Μπορεί μάλιστα να τρέφω μια διεστραμμένη προτίμηση
γι’ αυτήν ακριβώς την όψη του συστήματος (πού το
καθιστά
κατοικήσιμο): ο Συμεών ο Στυλίτης ζούσε μια χαρά
πάνω στο στύλο του: είχε φτιάξει απ’ αυτόν (δύσκολο
πράγμα, όπως και να το κάνουμε) μια δομή.
Θέλω
να αποκατασταθώ σημαίνει: Θέλω να εξασφαλίσω διά βίου μια πειθήνια ακοή. Ως υποστύλωση,
η δομή διαχωρίζεται από τον πόθο: αυτό πού θέλω είναι να με «συντηρούν» σαν να
ήμουν ένας πόρνος (μια πόρνη) ανωτέρας κλάσεως.
Η δομή του άλλου (γιατί ο άλλος έχει πάντα τη
δική του δομή ζωής, της οποίας εγώ δεν αποτελώ μέρος), έχει κάτι το φαιδρό:
βλέπω τον άλλον να επιμένει πεισματικά να ζει σύμφωνα με τα ίδια σχήματα
ρουτίνας: αγκιστρωμένος κάπου αλλού, μου φαίνεται μαρμαρωμένος, αιώνιος (η
αιωνιότητα μπορεί να νοηθεί ως κάτι το γελοίο).
Όσες
φορές έβλεπα απροσδόκητα τον άλλο μέσα στη «δομή» του, γοητευόμουν. Πίστευα ότι
ατένιζα μια ουσία: την ουσία της συζυγικότητας. Όταν το τρένο διασχίζει από
ψηλά τις μεγάλες πόλεις της Ολλανδίας, το βλέμμα του επιβάτη βυθίζεται σέ
ολόφωτα δωμάτια, που κουρτίνες δεν τα σκεπάζουν, όπου ο καθένας φαίνεται αφοσιωμένος
στα ιδιαίτερά του, σαν να μην τον βλέπουν τα χιλιάδες μάτια των ταξιδιωτών: σου
δίνεται έτσι ένα θέαμα από την ουσία της Οικογένειας.
Κι,
όταν, στο Αμβούργο (έτσι μου χε πει τουλάχιστον ο φίλος μου ο Χρήστος),
διαβαίνεις μπρος από τα γυάλινα χωρίσματα, πίσω από τα όποια στέκουν γυναίκες
που καπνίζουν και περιμένουν, αυτό που αντικρίζεις είναι η ουσία της Πορνείας.
(Δύναμη
των δομών: ίσως αυτό να είναι το στοιχείο το ποθητό μέσα στις δομές.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου