ΒΟΥΒΑΜΑΡΑ.
Το υποκείμενο νιώθει άγχος γιατί το αγαπημένο αντικείμενο απαντά ελάχιστα ή δεν
άπαντά καθόλου στα φθέγματα (λόγους ή γράμματα) που του απευθύνει.
«Συχνά,
όταν μιλούσε στον X, αναπτύσσοντάς του ένα λόγο πάνω σέ ένα οποιοδήποτε θέμα, ο
X έμοιαζε να βλέπει και ν’ ακούει κάπου αλλού, παραμονεύοντας κάτι ολόγυρα.
Σταματούσε τότε αποθαρρημένος. Ύστερα από μια μεγάλη σιωπή, ο X έλεγε: “Συνέχισε,
σ’ ακούω» . Ξανάπιανε τότε κι αυτός, κουτσά στραβά, το νήμα μιας ιστορίας στην οποία
δεν πίστευε πιά».
(Σαν
μια κακή αίθουσα συναυλιών, ο συναισθηματικός χώρος περιέχει νεκρές γωνιές,
όπου ο ήχος δεν κυκλοφορεί - ο τέλειος συνομιλητής, ο φίλος, δεν είναι, μήπως, αυτός
που δημιουργεί γύρω σας τη μέγιστη αντήχηση; Η φιλία δεν μπορεί, άραγε, να
οριστεί ως ο χώρος της απόλυτης ηχηρότητας;)
Αυτή
η φευγαλέα ακοή, που μπορώ να τη συλλάβω μόνο με καθυστέρηση, με οδηγεί σε μια αισχρή
σκέψη: πολεμώντας φρενιασμένα να ξελογιάζω, να διασκεδάζω, πίστευα πως, μιλώντας,
ξεδίπλωνα θησαυρούς ευφυίας, όμως οι θησαυροί αυτοί αντιμετωπίζονται με αδιαφορία.
Ξοδεύω τα «χαρίσματά» μου για το τίποτε: ένας ολόκληρος κοχλασμός αισθημάτων,
διδαχών, γνώσεων, λεπτότητας, όλη η λάμψη του εγώ μου έρχεται και καταλαγιάζει,
σβήνει μέσα σ’ έναν αδρανή χώρο, σάμπως - ένοχη σκέψη - η ποιότητά μου να
υπερακόντιζε την ποιότητα του αγαπημένου αντικειμένου, σάμπως να προπορευόμουν ως
προς αυτό. Όμως ή συναισθηματική σχέση είναι μια μηχανή ακριβείας. Παίζει
βασικό ρόλο σ’ αυτήν η σύμπτωση, η Ακρίβεια, με τη μουσική έννοια του όρου.
Καθετί χρονικά ασύμπτωτο είναι και περιττό: ή λαλιά μου δεν είναι, για να
κυριολεκτήσουμε, κάτι το απόβλητο, αλλά κάτι το «απούλητο»: αυτό που δεν
καταναλώνεται αυτοστιγμεί (εν κινήσει) και πάει στο καλάθι των αχρήστων.
(Η
απόμακρη ακοή γεννά ένα άγχος ως προς την απόφαση: πρέπει να συνεχίσω να βοώ «εν
τη ερήμω»; Χρειάζεται προς τούτο μια ασφάλεια, που δε μου την παρέχει αυτή ακριβώς
η ερωτική ευαισθησία. Πρέπει να σταματήσω, να πω όχι; Έτσι όμως θα έδειχνα ότι
καταθλίβομαι, ότι εγκαλώ τον άλλον, και θα πρόσφερα την αφορμή για μια «σκηνή»:
Και πάλι, λοιπόν, βρίσκομαι μπροστά στην παγίδα.)
«Θάνατος
θα πει, πάνω απ’ όλα, αυτό: όλα όσα είδες, τα είδες επί ματαίω. Πένθος των
πραγμάτων που αισθανθήκαμε». Τις σύντομες αυτές στιγμές όπου μιλώ επί ματαίω,
είναι σαν να πεθαίνω. Γιατί το αγαπημένο πλάσμα γίνεται μια φιγούρα από μολύβι,
μια ονειρική μορφή που δε μιλά, και ή βουβαμάρα μέσα στο όνειρο είναι ο
θάνατος. Η ακόμα: η Μητέρα-ευεργέτις μου δείχνει τον Καθρέφτη, την Εικόνα, και
μου μιλά: «Αυτό το πράγμα είσαι». Όμως η βουβή Μητέρα δε μου λέει τι είμαι: δεν έχω πια έρεισμα, ταλαντεύομαι
οδυνηρά, σαν ανυπόστατος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου