ΑΦΙΕΡΩΣΗ.
Γλωσσικό επεισόδιο πού συνοδεύει κάθε ερωτικό δώρο, πραγματικό ή σχεδιαζόμενο,
και γενικότερα κάθε χειρονομία, έμπρακτη ή εσωτερική, με την οποία το υποκείμενο
αφιερώνει κάτι στο αγαπημένο πλάσμα.
Όταν
ψάχνεις, διαλέγεις και αγοράζεις το ερωτικό δώρο, κατέχεσαι από ύψιστη διέγερση
- διέγερση τέτοια, που θα ’λεγες ότι ανήκει στην τάξη της ηδονής. Αναλογίζομαι
δραστήρια αν το τάδε αντικείμενο θα χαροποιήσει, αν δε θα απογοητεύσει, ή αν, αντίθετα,
μοιάζοντας πολύ σπουδαίο, δε θα κοινολογήσει από μόνο του το παραλήρημα - ή το
δόκανο στο οποίο έχω πιαστεί.
Το
ερωτικό δώρο είναι επίσημο. Δέσμιος της άπληστης μετωνυμίας που διέπει τη
φαντασιακή ζωή, μετατίθεμαι ολόκληρος εντός του. Μέσα από αυτό το αντικείμενο
σου χαρίζω το Όλον μου, σ’ αγγίζω με το φαλλό μου. Γι’ αυτό είμαι τρελός από
διέγερση, γι’ αυτό παίρνω σβάρνα τα μαγαζιά και σκοτώνομαι να βρω το σωστό
φετίχ, το λαμπερό, το επιτυχημένο φετίχ, που θα προσαρμοστεί τέλεια στον
πόθο σου.
Το
δώρο είναι χάδι, υπόθεση αισθησιακή: θ’ αγγίξεις ό,τι άγγιξα, ένα τρίτο δέρμα μας
ενώνει.
Χαρίζω
στον X ένα φουλάρι, κι εκείνος το φορά: ό X μου χαρίζει το γεγονός
ότι το φορά. Άλλωστε, έτσι απλοϊκά το αντιλαμβάνεται και το ομολογεί ο ίδιος.
Κάθε ηθική της αγνότητας απαιτεί διαχωρισμό του δώρου από το χέρι που το
προσφέρει ή το δέχεται. Στη βουδιστική χειροτονία, τα προσωπικά αντικείμενα,
δηλαδή τα τρία ενδύματα, προσφέρονται στον χειροτονούμενο ιερέα πάνω σ’ ένα
φορείο. Εκείνος τα δέχεται αγγίζοντάς τα μ’ ένα ραβδί, όχι με το χέρι του. Έτσι
και στο μέλλον, όλες οι προσφορές που θα δέχεται - και από τις οποίες θα ζει -
θα είναι τοποθετημένες σ’ ένα τραπέζι, καταγής ή πάνω σε μια βεντάλια.
Με
πιάνει ο εξής φόβος: το προσφερόμενο αντικείμενο δε θα λειτουργήσει, εξαιτίας
μιας ύπουλης ελαττωματικότητας: λόγου χάρη, αν είναι μια κασετίνα (που τόσο δυσκολεύτηκες
να τη βρεις), η κλειδαριά της δε θ’ ανοίγει. Στην περίπτωση αυτή, η δωρητική ηδονή
σβήνει και το υποκείμενο ξέρει ότι δεν έχει αυτό που χαρίζει.
(Δε
χαρίζουμε μόνον αντικείμενα. Επειδή ό X κάνει ψυχανάλυση, ό Ψ θέλει κι αυτός να
ψυχαναλυθεί: η ψυχανάλυση ως ερωτικό δώρο;)
Το
δώρο δεν είναι αναγκαστικά σκουπίδι, έχει όμως την τάση να καταστεί απόρριμμα:
το δώρο πού δέχομαι δεν ξέρω τι να το κάνω, δε δένει με το χώρο μου, είναι ασφυκτικό,
πλεονάζει: «Τί
να το κάνω αυτό που μου χάρισες!» «Αυτό που μου
χάρισες»: έκφραση που καταντά παρατσούκλι του ερωτικού
δώρου.
Τυπικό
επιχείρημα της «σκηνής»:
δείχνουμε στον άλλον τι του χαρίζουμε (από το
χρόνο, την ενεργητικότητα, την εφευρετικότητα, το χρήμα, την ευφυία, τις άλλες σχέσεις
μας, κτλ.). Γιατί, έτσι προκαλούμε την ατάκα που προωθεί την εξέλιξη κάθε
σκηνής: Μα κι εγώ! Κι εγώ! Πόσα δε σου χαρίζω εγώ! Τότε
ακριβώς ή δωρεά αποκαλύπτεται ως όργανο ενός τεστ ισχύος: «Θα σου χαρίσω περισσότερα απ’ όσα μου χαρίζεις,
κι έτσι θα σε εξουσιάσω».
Διακηρύσσω
αυτό πού χαρίζω σημαίνει: ακολουθώ το οικογενειακό πρότυπο: Δες τι Θυσίες κάνουμε για σένα! ή: εμείς σου χαρίσαμε τη ζωή ( - Μα τη ζωή εγώ την
έχω χεσμένη! κτλ.). Δηλώνω λεκτικά τη δωρεά, σημαίνει την εντάσσω
σε μια οικονομία ανταλλαγών (θυσίας, πλειστηριασμών, κτλ.). Κατάσταση στην οποία
αντιπαρατίθεται το σιωπηλό ξόδεμα.
Τη
γλώσσα δεν μπορείς να τη χαρίσεις (πως να την κάνεις να περάσει από χέρι σε
χέρι;), μπορείς όμως να την αφιερώσεις - αφού ο άλλος είναι ένας μικρός θεός. Το
αντικείμενο που χαρίζω απορροφάται (και διαλύεται) μέσα στην πομπώδη,
πανηγυρική έκφραση της καθοσίωσης, μέσα στην ποιητική χειρονομία της αφιέρωσης.
Η
δωρεά εξαίρεται μόνο μέσα στη φωνή πού την εκφράζει, εφόσον η φωνή αυτή είναι έμμετρη (μετρικό
στοιχείο), ή και άδουσα (λυρικό στοιχείο). Αυτή είναι η βάση του Ύμνου. Μην
μπορώντας να χαρίσω τίποτε, αφιερώνω την ίδια την αφιέρωση μέσα στην όποια απορροφάται
ό,τι έχω να πω:
«Στην πολυαγαπημένη, στην πανέμορφη,
που
την καρδιά μου γεμίζει με φως
Στον
άγγελο, στο είδωλο το αθάνατο...»
Το
άσμα είναι το πολύτιμο παραπλήρωμα ενός κενού μηνύματος, που περιέχεται
ολόκληρο στο γεγονός της απεύθυνσής του, γιατί αυτό που προσφέρω άδοντας είναι
το σώμα μου (μέσω τής φωνής μου) και, ταυτόχρονα, η βουβαμάρα πού κυριεύει το
σώμα αυτό εξαιτίας σου. ( Ο έρωτας είναι βουβός, λέει ό Νοβάλις, μόνο η ποίηση
τον κάνει να μιλά). Το άσμα δε θέλει να πει τίποτε: άπ’ αυτό θα
καταλάβεις, επιτέλους, ότι σου το χαρίζω. Είναι εξίσου άχρηστο με το κουρέλι και
το χαλίκι που το παιδί προσφέρει στη μητέρα του.
Το
ερωτευμένο υποκείμενο πού πλάθει ή μαστορεύει οποιοδήποτε έργο, καταλαμβάνεται από
μιαν ορμή αφιέρωσης. Θέλει ευθύς αμέσως, και εκ των προτέρων μάλιστα, να
χαρίσει αυτό πού φτιάχνει σ’ αυτόν πού αγαπά, σ’ αυτόν για τον όποιο εργάστηκε ή
θα εργαστεί. Η αναγραφή του ονόματος έρχεται μετά να δηλώσει τη δωρεά.
Κι
όμως, εκτός από την περίπτωση του Ύμνου, όπου η εκπομπή του κειμένου συγχέεται
με το ίδιο το κείμενο, ό,τι έπεται της αφιέρωσης (δηλαδή το ίδιο το έργο) ελάχιστη
σχέση έχει μ’ αυτήν. Το αντικείμενο πού χαρίζω δεν είναι πια ταυτολογικό (σου
χαρίζω αυτό που σου χαρίζω), είναι ερμηνεύσιμο. Έχει ένα νόημα
(νοήματα) που ξεχειλίζει και το κάνει να ξεστρατίζει από τον αρχικό του
προορισμό. Τί κι αν αναγράφω το όνομά σου στο έργο μου - το έργο μου γράφτηκε
γι’ «αυτούς» (τούς άλλους, τους αναγνώστες). Υπάρχει μια μοιραιότητα στη γραφή,
που μας απαγορεύει να πούμε πως ένα κείμενο είναι ερωτικό. Το μόνο που μπορούμε
να πούμε, στο τέλος, είναι πώς φτιάχτηκε «ερωτικά» - σαν ένα γλύκισμα, ή μια παντόφλα κεντητή.
Κι
ούτε καν σαν παντόφλα, θα λέγαμε! Γιατί ή παντόφλα φτιάχτηκε για το πόδι σου
(στον νούμερό σου και για να την ευχαριστηθείς)* το γλύκισμα φτιάχτηκε ή διαλέχτηκε
σύμφωνα με τις προτιμήσεις σου: υπάρχει μια
κάποια εναρμόνιση ανάμεσα στα αντικείμενα αυτά και στο πρόσωπό σου. Η γραφή,
όμως, αγνοεί αυτή την αβροφροσύνη. Η γραφή είναι στυγνή, χοντροκομμένη. Μοιάζει
με κύλινδρο συμπίεσης. Τραβάει μπροστά, αδιάφορη και άξεστη. Κάλλιο θα ’χε να
σκοτώσει «πατέρα,
μητέρα, ερωμένο (-η)», παρά να εκτραπεί από τη μοιραιότητά της (την,
άλλωστε, αινιγματική). Όταν γράφω, πρέπει να παίρνω απόφαση το αυταπόδεικτο
(που, ανάλογα με το Φαντασιακό μου, με σπαράζει): η γραφή δεν περιέχει ευμένεια,
περιέχει τρομοκρατία. Καταπνίγει τον άλλον, ο οποίος όχι μόνο δεν την αντιλαμβάνεται
σαν δωρεά, αλλά, αντίθετα, τη βλέπει σαν επιβεβαίωση κυριαρχίας, ισχύος,
ηδονής, μοναξιάς. Να το στυγερό παράδοξο που σφραγίζει την αφιέρωση: θέλω πάση
θυσία να σου χαρίσω αυτό που θα σε πνίξει.
(Συχνά,
διαπιστώνουμε ότι ένα υποκείμενο που γράφει, δε διαθέτει καθόλου τη γραφή που
προσιδιάζει στην ιδιωτική του εικόνα: αυτός που μ’ αγαπά «γι’ αυτό που είμαι, δε μ’ αγαπά για τη
γραφή μου (κι εγώ υποφέρω)».
Βλέπετε,
πάει πολύ ν ’ αγαπά κανείς ταυτόχρονα δύο σημαίνοντα πάνω στο ίδιο σώμα! Η περίπτωση
αυτή δεν είναι διόλου συνηθισμένη. Κι αν, κατ’ εξαίρεση, συμβεί, τότε έχουμε να
κάνουμε με τη Σύμπτωση, με το Υπέρτατο Αγαθό).
Δεν
μπορώ, λοιπόν, να σου χαρίσω αυτό που νόμιζα πως γράφω για σένα. Πρέπει να το πάρω απόφαση: η ερωτική αφιέρωση είναι αδύνατη
(κι ούτε θα βολευτώ με μια αναγραφή του ονόματος σου, αναγραφή με κοσμική σκοπιμότητα,
προσποιούμενος ότι σου αφιερώνω ένα έργο που μας ξεφεύγει και των δυο). Η
ενέργεια μέσα στην όποια αιχμαλωτίζεται ο άλλος, δεν είναι η αναγραφή. Είναι
κάτι πολύ βαθύτερο: μια έγγραφή. Ο άλλος είναι εγγεγραμμένος, εγγράφτηκε από
μόνος του μέσα στο κείμενο, άφησε εκεί το πολλαπλό του αχνάρι.
Αν
ήσουν απλώς ο παραλήπτης της αφιέρωσης αυτού του βιβλίου, δε θα ξέφευγες από τη
σκληρή σου μοίρα, του (αγαπημένου) Αντικείμενου
- του θεού. Αλλά η παρουσία σου μέσα στο κείμενο, ακριβώς γιατί εκεί
πέρα παραμένεις δυσδιάγνωστος, δεν είναι η παρουσία ενός αναλογικού σχήματος, ενός
φετίχ, είναι η παρουσία μιας δύναμης που, ως τέτοια, δεν είναι καθόλου σίγουρη.
Δεν
έχει, λοιπόν, σημασία που νιώθεις συνεχώς καταδικασμένος σε σιωπή, που σου
φαίνεται ότι ο δικός σου λόγος καταπνίγεται από τον τερατώδη λόγο του ερωτευμένου
υποκειμένου: στο Θεώρημα,
ο «άλλος» δε μιλάει, αλλά εγγράφει
κατιτί μέσα στον καθένα που τον ποθεί - επιτελεί αυτό πού οι μαθηματικοί αποκαλούν
καταστροφή (ή απορρύθμιση ενός συστήματος από ένα άλλο): η αλήθεια είναι πως αυτός
ο άλαλος είναι ένας άγγελος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου