ΜΗ
ΓΝΩΣΙΜΟ. Προσπάθειες του ερωτευμένου υποκειμένου να κατανοήσει και να ορίσει το
αγαπημένο πλάσμα «καθαυτό», ως χαρακτήρα, ως ψυχολογικό ή νευρωτικό τύπο, ανεξάρτητα
από τα ιδιαίτερα δεδομένα της ερωτικής σχέσης.
Είμαι
δέσμιος τούτης της αντίφασης: από τη μια, πιστεύω ότι γνωρίζω τον άλλο καλύτερα
από τον καθένα, και του το δηλώνω θριαμβευτικά («Σε ξέρω εγώ! Μόνο εγώ σε ξέρω
καλά!»)· από την άλλη, κυριεύομαι συχνά από την εξής αυταπόδεικτη αλήθεια: ο
άλλος είναι αδιαπέραστος, ανεύρετος, άτρεπτος· δεν μπορώ να τον ανοίξω, να βρω
τις ρίζες του, να λύσω το αίνιγμά του.
Από
που έρχεται; Ποιος είναι; Γίνομαι ράκος. Δε θα το μάθω ποτέ.
(Απ’
όσους γνώρισα, σίγουρα ο X ήταν ο πιο αδιαπέραστος - επειδή δεν ήξερες τίποτε
για τον πόθο του. Εδώ που τα λέμε, τι σημαίνει «γνωρίζω κάποιον»; Δε σημαίνει,
άραγε, απλώς και μόνο αυτό: γνωρίζω τον πόθο του; Για τούς πόθους του Ψ ήξερα, αμέσως,
τα πάντα: μου φαινόταν λοιπόν «ανοιχτό
βιβλίο», και έτεινα να τον αγαπήσω, όχι πια με τρόμο, αλλά με επιείκεια, όπως μια
μητέρα αγαπά το παιδί της.)
Αντιστροφή:
«Δεν καταφέρνω να σέ γνωρίσω» σημαίνει: «Δεν θα μάθω ποτέ τι σκέφτεσαι
πραγματικά για μένα». Δεν μπορώ να σε εξιχνιάσω επειδή δεν ξέρω πώς με
εξιχνιάζεις εσύ.
Να
ξοδεύεσαι, να αναλώνεσαι για ένα αδιαπέραστο αντικείμενο είναι δείγμα καθαρής
θρησκείας. Καθιστώ τον άλλον άλυτο αίνιγμα από το οποίο εξαρτάται η ζωή μου,
σημαίνει τον καθιερώνω ως θεό. Δε θα καταφέρω ποτέ να λύσω το πρόβλημα που μου
θέτει. Ο ερωτευμένος δεν είναι Οιδίποδας. Δε μου απομένει, λοιπόν, παρά να αντιστρέψω
την άγνοιά μου σε αλήθεια. Δεν αληθεύει ότι όσο περισσότερο αγαπάς, τόσο πιο
πολύ καταλαβαίνεις.
Όλη
κι όλη ή σοφία που αντλώ από την ερωτική δραστηριότητα συνοψίζεται σ’ αυτό: ο άλλος
δεν προσφέρεται στη γνώση* η αδιαφάνειά του δεν αποτελεί παραπέτασμα πού
σκεπάζει κάποιο μυστικό· είναι μάλλον ένα είδος αυταπόδεικτης αλήθειας πάνω στην
οποία εκμηδενίζεται το παιχνίδι του φαίνεσθαι και του είναι. Νιώθω τότε μια
έξαρση, πού πηγάζει από τη διαπίστωση ότι αγαπώ ατέλειωτα έναν άγνωστο, πού άγνωστος
θα παραμείνει παντοτινά.
Λειτουργώ
όπως οι Μυστικοί: κατακτώ τη γνώση της αγνωσίας.
Ή
ακόμη: αντί να θέλω να ορίσω τον άλλον («Ποιος είναι;»), στρέφομαι στον εαυτό
μου: «Τί ζητώ πού θέλω να σέ γνωρίσω;» Τι θα προέκυπτε αν αποφάσιζα να σε ορίσω
ως δύναμη κι όχι ως πρόσωπο; Κι αν τοποθετούσα τον εαυτό μου σαν μια άλλη
δύναμη απέναντι στη δύναμη τη δική σου; Θα προέκυπτε αυτό: ο άλλος μου θα
οριζόταν μόνο μέσω του πόνου ή της απόλαυσης που μου προσφέρει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου