Συμπαιγνία.
Το υποκείμενο φαντάζεται πώς μιλά μ’ έναν αντίζηλο για το αγαπημένο πλάσμα·
περιέργως, η εικόνα αυτή τροφοδοτεί μέσα του ένα τερπνό αίσθημα συνενοχής.
Αυτός
(αυτή) με τον όποιο μπορώ να μιλήσω όπως πρέπει για το αγαπημένο πλάσμα, είναι
αυτός (αυτή) που το αγαπά εξίσου μ’ έμενα: ο σύμμετρός μου, ο αντίζηλός μου, ο
ανταγωνιστής μου (η αντιζηλία είναι ζήτημα θέσης). Έτσι μπορώ επιτέλους να
σχολιάσω τον άλλον παρέα με αυτόν που γνωρίζει τον εαυτό του μέσα στον ίδιον
άλλο. Δημιουργείται μια ταυτότητα γνώσης, μια απόλαυση εγκλεισμού.
Με
τούτο το σχόλιο, το αντικείμενο ούτε απομακρύνεται ούτε κατακερματίζεται· παραμένει
στο εσωτερικό του διττού λόγου, ο οποίος το προστατεύει. Συμπίπτω με την
Εικόνα, και ταυτόχρονα μ’ αυτόν τον δεύτερο καθρέφτη που αντανακλά αυτό που είμαι
(στο πρόσωπο του αντίζηλου «διαβάζω» το φόβο μου, τη ζήλια μου).
Κι
αφού ανασταλεί οποιαδήποτε ζήλια, ακολουθεί μια πολυπράγμων, ανούσια φλυαρία γύρω
απ’ αυτόν τον απόντα, που η αντικειμενική του φύση ενισχύεται από δύο
συγκλίνοντα βλέμματα: δοκιμάζουμε μια αυστηρή και επιτυχή εμπειρία, αφού οι παρατηρητές
είναι δύο και οι παρατηρήσεις τους τελούνται κάτω από τις ίδιες συνθήκες: το αντικείμενο
αποδεικνύεται: ανακαλύπτω πως έχω δίκιο (να είμαι ευτυχισμένος, να είμαι
πληγωμένος, να είμαι ανήσυχος).
«Η πεθερά μου μου μιλάει για την πρώην του
συζύγου μου … μου την εκθειάζει. Γιατί τάχα; Με συγκρίνει μαζί της. Ίσως για να
μου δείξει ότι εκείνη ήταν καλύτερη μου! Σίγουρα μιλάει με τον γιόκα της πίσω
από την πλάτη μου για εκείνη εκθειάζοντας την στα μάτια του. Αναγνωρίζω το
στυλάκι της: του κλείνει πονηρά το μάτι εις βάρος μου…Φαντάσου πόσο αδίστακτη είναι
ώστε δεν διστάζει να το κάνει και μπροστά μου! Μάλλον, δεν μπορεί να συγχωρέσει
ότι της τον έκλεψα…» (Μια περίπτωση που υπακούει στην «δικαίωση» του «είμαι
ανήσυχη»)
(Συμπαιγνία
σημαίνει ταυτόχρονα: κλείνω το μάτι, κάνω ματάκι, κλείνω τα μάτια.)
Φτάνουμε
στο έξης παράδοξο: στην τριαδική σχέση το αγαπημένο πλάσμα είναι σχεδόν
παραπανίσιο. Αυτό το «διαβάζει» κανείς σε ορισμένες στιγμές αμηχανίας. Όταν το αγαπημένο
αντικείμενο τα βάζει με τον αντίζηλό μου και τον μειώνει, δεν ξέρω πως να αντιδράσω
σ’ αυτή την κατηγορία: από τη μια είναι «ευγενικό» να μην εκμεταλλευτώ μιαν
εξομολόγηση που με εξυπηρετεί – που φαίνεται να «ενισχύει» τη θέση μου. Από την
άλλη, είμαι επιφυλακτικός: ξέρω ότι βρίσκομαι στο ίδιο σημείο με τον ανταγωνιστή
μου κι ότι, άπαξ και καταργηθεί κάθε αξιολογική και ψυχολογική διαφοροποίηση,
τίποτε δεν εμποδίζει να καταστώ κι εγώ κάποτε, αντικείμενο υποτίμησης. Μερικές
φορές μάλιστα εγκωμιάζω, ως ένα σημείο, τον αντίζηλο (για να είμαι
«φιλελεύθερος»;) πράγμα για το όποιο ο άλλος, περιέργως (για να με κολακέψει;),
διαμαρτύρεται.
Η
ζήλια είναι μια εξίσωση με τρεις μεταβλητούς (απροσδιόριστους) όρους: ζηλεύω
πάντοτε δύο πρόσωπα ταυτόχρονα: ζηλεύω αυτόν που αγαπώ κι εκείνον που αγαπά αυτόν
που αγαπώ. Αγαπώ μάλιστα και τον αντίζηλο: είναι κάποιος που με ενδιαφέρει, με
μπερδεύει, με καλεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου