Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018

Σε δέχομαι … «όπως είσαι».

ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ. Το υποκείμενο καλούμενο συνεχώς να ορίσει το αγαπημένο αντικείμενο, και υποφέροντας από την αστάθεια του όποιου ορισμού, ονειρεύεται μια σοφία που θα το έκανε να δεχτεί τον άλλον όπως είναι, απαλλαγμένον από το βάρος οποιουδήποτε επιθετικού προσδιορισμού.

Δείγμα στενομυαλιάς: δεν αποδέχομαι ούτε καταλαβαίνω κανένα στοιχείο του άλλου. Όσα γνωρίσματά του δεν με αφορούν, μου φαίνονται ξένα, εχθρικά. Νιώθω τότε απέναντί του ένα κράμα τρόμου και αυστηρότητας: φοβάμαι και αποδοκιμάζω το αγαπημένο πλάσμα, από τη στιγμή που δε «συμφωνεί» πιά με την εικόνα του.

Είμαι απλώς «φιλελεύθερος»: δηλαδή, ένας μεμψίμοιρος δογματικός.

(Επιτήδεια και ακαταπόνητη η γλωσσική μηχανή που βουίζει μέσα μου - γιατί δουλεύει μια χαρά – παράγει μια αλυσίδα από επίθετα: σκεπάζω τον άλλο με επίθετα, ξεκοκκίζω τις ιδιότητές του, την ουσία του).

Μια οδυνηρή εντύπωση διαπερνά αυτές τις λαμπυρίζουσες, ευμετάβλητες κρίσεις, μια εντύπωση που παραμένει - βλέπω τον άλλο να εμμένει σ’ αυτό πού είναι, τον βλέπω να είναι αυτή η έμμονή πάνω στην οποία σκοντάφτω. Τρελαίνομαι διαπιστώνοντας ότι δεν μπορώ να τον μετακινήσω. Ό,τι κι αν κάνω, ό,τι κι αν ξοδέψω για χάρη του, αυτός δε λέει να απαρνηθεί ποτέ το ιδιαίτερό του σύστημα. Έτσι συναισθάνομαι τον άλλο με δύο αντιφατικούς τρόπους: τον νιώθω σαν μια παιχνιδιάρικη θεότητα που οι διαθέσεις της απέναντί μου αλλάζουν συνεχώς, τον βιώνω όμως και σαν πράγμα βαρύ, χρόνιο (κάτι που θα γεράσει μένοντας απαράλλαχτο, όπως είναι σήμερα, κι αυτό με κάνει να υποφέρω).

Μπορώ ακόμα να πω ότι βλέπω τον άλλο μέσα στα όριά του. Τέλος, αναρωτιέμαι: υπάρχει έστω και ένα σημείο, ένα μοναδικό, πάνω στο όποιο θα μπορούσε ό άλλος να με εκπλήξει; Έτσι, περιέργως, αισθάνομαι την «ελευθερία» του άλλου να «είναι ο εαυτός του», σαν ένα μικρόψυχο πείσμα. Βλέπω πεντακάθαρα τον άλλον όπως είναι - βλέπω το «όπως είναι» του άλλου - αλλά, μέσα στο πεδίο του ερωτικού συναισθήματος, αυτό το «όπως είναι» με πονά, γιατί μάς χωρίζει και γιατί, για μια ακόμη φορά, αρνούμαι να αναγνωρίσω τη διαίρεση της εικόνας μας, την ετερότητα τού άλλου.

Αυτό το πρώτο «όπως είναι» είναι κακό, γιατί η εκφορά του συνοδεύεται υπόγεια από ένα εσωτερικό στίγμα διαφθοράς - ένα επίθετο: ο άλλος είναι πεισματάρης. Πρέπει να φτάσω στο σημείο να απαλλαγώ από κάθε διάθεση απολογισμού. Πρέπει να δω τον άλλο γυμνό από κάθε κατηγορούμενο. Όσο περισσότερο τον προσδιορίζω, τόσο λιγότερο να μιλώ γι’ αυτόν. Να γίνω, δηλαδή, σαν το παιδί που του φτάνει μια λέξη κενή όταν θέλει να δείξει κάτι: Τά, Ντά, Τάτ (στή σανσκριτική διάλεκτο). Η αντίστοιχη έκφραση, για τον ερωτευμένο, είναι το «όπως είναι», που θα πει: έτσι είσαι, έτσι ακριβώς.

Προσδιορίζοντας σε «όπως είσαι», σέ γλιτώνω από το θάνατο που συνεπάγεται η ταξινόμηση, σε αποσπώ από το Έτερον, από τη γλώσσα, επιδιώκω την αθανασία σου.

Το αγαπημένο πλάσμα, έτσι «όπως είναι», δεν προσλαμβάνει πιά κανένα νόημα ούτε από μένα ούτε από το σύστημα μέσα στο όποιο είναι εγκλωβισμένο. Δεν είναι πια παρά ένα κείμενο χωρίς συμφραζόμενα. Δε νιώθω ούτε την ανάγκη ούτε την επιθυμία να το εξιχνιάσω.

Είναι, κατά κάποιο τρόπο, το συμπλήρωμα της ίδιας της Θέσης του. Αν ήταν απλώς μια θέση, θα μπορούσα, μια των ήμερων, να το αντικαταστήσω, όμως το συμπλήρωμα της θέσης του, το «όπως είναι» του, δεν μπορώ να το υποκαταστήσω με τίποτε.

(Στα εστιατόρια, μόλις τελειώσει το τελευταίο σερβίρισμα, αρχίζουν να στρώνουν ξανά τα τραπέζια για την αυριανή μέρα: το ίδιο λευκό τραπεζομάντιλο, το ίδιο κουβέρ, η ίδια αλατιέρα: αυτός είναι ό κόσμος τής θέσης, της αντικατάστασης, ο κόσμος όπου δε χωρεί το «όπως είναι»).

Κατακτώ έτσι (φευγαλέα) μια γλώσσα χωρίς επίθετα. Αγαπώ τον άλλον, όχι για τις (περασμένες στο κατάστιχο) ιδιότητές του, αλλά για την ίδια του την ύπαρξη. Χάρη σε μια τροπή της διάθεσης μου, που μπορείτε να τη χαρακτηρίσετε μυστικιστική, αγαπώ όχι αυτό που είναι, αλλά το γεγονός ότι υπάρχει. Η γλώσσα που μετέρχεται στην περίπτωση αυτή το ερωτευμένο υποκείμενο είναι (κόντρα σ’ όλες τις ευφυείς γλώσσες του κόσμου) μια γλώσσα αμβλύνους: κάθε διάθεση για εκφορά κρίσεων αναστέλλεται, η τρομοκρατία του νοήματος αίρεται.

Με την κίνησή μου αυτή καταργώ την ηθική κατηγορία που λέγεται «ατομική άξια». Όπως ό Μυστικός γίνεται αδιάφορος απέναντι στην αγιοσύνη (που θα ήταν ένα επιπλέον κατηγόρημα), έτσι κι εγώ, κατανοώντας το «όπως είναι» του άλλου, δεν αντιδιαστέλλω πια την αφοσίωση από τον πόθο: μου φαίνεται πώς μπορώ νά επιτύχω να ποθώ τον άλλο λιγότερο, και να τον χαίρομαι περισσότερο.

(Ο σκοτεινός εχθρός του «όπως είναι», είναι το Κουτσομπολιό, η απαίσια φάμπρικα των επιθέτων. Κι αυτό που μοιάζει περισσότερο με το αγαπημένο πλάσμα έτσι «όπως είναι», είναι το Κείμενο, στο οποίο δεν μπορώ να αποδώσω κανένα επίθετο, το Κείμενο πού χαίρομαι χωρίς να είμαι υποχρεωμένος, ως αναγνώστης, να το εξιχνιάσω.)

Τέλος: Μήπως το «όπως είναι» συνιστά τον φίλο; Αυτόν που μπορεί κάποια στιγμή να φύγει από κοντά μας χωρίς η εικόνα του να αμαυρωθεί; «Ήμασταν φίλοι και τώρα γίναμε ξένοι ο ένας για τον άλλον. Και έτσι όμως έχει καλώς, δε θα επιδιώξουμε ούτε να αποκρύψουμε ούτε να συγκαλύψουμε το γεγονός, σαν να ’πρεπε να ντρεπόμαστε γι’ αυτό. Πες πώς είμαστε δυο καράβια που το καθένα έχει τη ρότα του και το σκοπό του. Έτσι, μπορεί οπωσδήποτε να διασταυρωνόμαστε και να στήνουμε γιορτές και πανηγύρια όπως κάναμε παλιά - τότε που τα δυο καράβια αναπαύονταν, το ένα δίπλα στ’ άλλο, στο ίδιο λιμάνι, κάτω από τον ήλιο, και ήταν τόσο γαληνεμένα, που ’λεγες πως έχουν φτάσει κιόλας στο σκοπό τους και πως έχουν τον ίδιο προορισμό.

Ύστερα όμως ακουγόταν το ακαταμάχητο προσκλητήριο της αποστολής για το καθένα μας, και μάς έσπρωχνε το ένα μακριά από τ’ άλλο, για διαφορετικές θάλασσες, για άλλους γιαλούς και ήλιους - ίσως για να μην ξανανταμώσουμε ποτέ πια, ίσως όμως και για να ξαναϊδωθούμε για άλλη μια φορά, αλλά χωρίς να μπορούμε να αναγνωριστούμε μεταξύ μας: οι διαφορετικές θάλασσες και οι αλλιώτικοι ήλιοι θα μας έχουν πια αλλάξει για τα καλά!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου