ΑΙΣΧΡΟΣ.
Τη συναισθηματικότητα του έρωτα, ανυπόληπτη για την κοινή αντίληψη του καιρού μας, το υποκείμενο οφείλει να την αποδεχτεί
ως μια σοβαρή παράβαση που τον αφήνει μόνο και εκτεθειμένο. Χάρη, λοιπόν, σε μια
αντιστροφή αξιών, η συναισθηματικότητα αυτή συνιστά σήμερα την αισχρότητα του
έρωτα.
Παράδειγμα
αισχρότητας: κάθε φορά που μεταχειριζόμαστε εδώ τη λέξη «έρωτας» (η αισχρότητα
θα έπαυε να υπάρχει αν λέγαμε περιπαικτικά: «ερωτάς»). Ή ακόμα: «Βραδιά στην
Όπερα: ένας κάκιστος τενόρος εμφανίζεται στη σκηνή. Για να εκφράσει τον έρωτά του
στη γυναίκα που αγαπά και βρίσκεται δίπλα του, στήνεται φάτσα στο κοινό. Αυτός
ο τενόρος είμαι εγώ: σαν ένα χοντροκομμένο ζώο, αισχρό και ηλίθιο, φωτισμένο
έντονα από ένα φως βιτρίνας, απαγγέλλω μια πολύ κωδικοποιημένη άρια, χωρίς να
κοιτάζω αυτόν που αγαπώ και στον οποίον υποτίθεται ότι απευθύνομαι».
Ή, τέλος: ο ερωτάς μου είναι «ένα
γεννητικό όργανο πρωτοφανούς
ευαισθησίας, που [θα παλλόταν] κάνοντάς με να βγάζω άγριες κραυγές, τις κραυγές
μιας μεγαλειώδους πλην όμως δυσώδους εκσπερμάτωσης, [ταλανιζόμενος από αυτή την
εκστατική εθελοντική προσφορά του γυμνού, αισχρού θύματος [...] κάτω από τα βροντερά
γέλια των πορνών».
Θα
αναλάβω τις καταφρόνιες με τις οποίες καθυβρίζεται το όποιο πάθος: άλλοτε, στο όνομα της
λογικής και άλλοτε στο
όνομα της «νεοτερικότητας», που δέχεται ένα υποκείμενο μόνο όταν είναι «καθολικό» («Η αληθινή
λαϊκή μουσική, η μουσική των μαζών, η μουσική των πληβείων, είναι ανοιχτή σ’
όλα τα ξεσπάσματα των ομαδικών
υποκειμενικοτήτων, κι όχι πια στη μοναδική, την ωραία συναισθηματική
υποκειμενικότητα του μοναχικού υποκειμένου...», Ντανιέλ Σαρλ, «Μουσική και Λήθη».)
Συνάντηση
μ’ έναν ερωτευμένο διανοούμενο: γι’ αυτόν η «αποδοχή»
(η μη απώθηση) της άκρας βλακείας, της γυμνής βλακείας του
λόγου του είναι ό,τι και το ξεγύμνωμα σ’ ένα δημόσιο χώρο (για τό μπαταϊγικό υποκείμενο):
είναι η αναγκαία μορφή του ανέφικτου και του υπέρτατου: μια τέτοια ευτέλεια,
που εκτίθεται, απροστάτευτη, στην ηθικολογία της αντι- ηθικής. Έτσι, τους
συγχρόνους του τους κρίνει αθώους:
αθώοι είναι αυτοί που
λογοκρίνουν την ερωτική συναισθηματικότητα εν ονόματι μιας νέας ηθικότητας: «Το διακριτικό γνώρισμα των σημερινών ψυχών δεν είναι το ψέμα, αλλά
η αθωότητα που
ενσαρκώνεται στη φενακιστική ηθικολογία. Να ανακαλύψουμε παντού αυτή την αθωότητα - αυτή, ίσως, είναι
η δυσχερέστερη πλευρά της εργασίας μας».
(Ιστορική
αντιστροφή: άκοσμο δεν είναι πια το σεξουαλικό, αλλά το συναισθηματικό - που
λογοκρίνεται στο όνομα αυτού που δεν είναι, στο βάθος, παρά μια άλλη ηθική.)
Ο
ερωτευμένος παραληρεί («μετατοπίζει το αίσθημα των αξιών»). Αλλά το παραλήρημά
του είναι βλακώδες. Υπάρχει βλακωδέστερο πράγμα από έναν ερωτευμένο;
Τόσο
βλακώδες, ώστε κανείς δεν τολμά να διατυπώσει το λόγο του δημόσια χωρίς να τον
υποτάξει σε μια «σοβαρή» μεσολάβηση: μυθιστόρημα, θέατρο ή ανάλυση (με τη
λαβίδα). Ο δαίμων του Σωκράτη (αυτός που μιλούσε μέσα του) του υπέβαλλε: όχι. Αντίθετα,
ο δικός μου δαίμων είναι η βλακεία μου: σαν το νιτσεϊκό γάιδαρο λέω «ναι» στα
πάντα μέσα στο πεδίο του έρωτά μου. Πεισμώνω, αρνούμαι τη μαθητεία,
επαναλαμβάνω τα ίδια φερσίματα. Δεν μπορεί κανείς να με εκπαιδεύσει - ούτε κι εγώ
ο ίδιος το μπορώ. Ο λόγος μου είναι συνεχώς αστόχαστος’ δεν ξέρω να τον αντιστρέφω,
να τον κλιμακώνω, να παρεισάγω εντός του βλέμματα, εισαγωγικά.
Μιλώ
πάντα σε πρώτο βαθμό. Μένω σ’ ένα συνετό, συμμορφωμένο, διακριτικό παραλήρημα,
που η λογοτεχνία το έχει εξημερώσει και εκχυδαΐσει.
(Βλακεία
είναι το να εκπλήττεσαι. Ο ερωτευμένος εκπλήσσεται ακατάπαυστα. Δεν έχει χρόνο
να μετασχηματίσει, να αντιστρέψει, να προστατέψει. Ίσως να γνωρίζει τη βλακεία
του, αλλά δεν τη λογοκρίνει. Ή ακόμα: η βλακεία του λειτουργεί σαν μια διαφοροποίηση
επιπέδων, σαν μια διαστροφή: είναι βλακώδες, λέει, κι όμως...αληθινό.)
Καθετί
αναχρονιστικό είναι αισχρό. Ως (σύγχρονη) θεότητα, η Ιστορία είναι
καταπιεστική, μας απαγορεύει να είμαστε ανεπίκαιροι. Από το παρελθόν ανεχόμαστε
μόνο τα ερείπια, τα μνημεία, το κιτς (αγοραίο γούστο) ή το ρετρό, που είναι
διασκεδαστικό. Ανάγουμε το παρελθόν στην
υπογραφή του και μόνο. Το ερωτικό συναίσθημα είναι ξεπερασμένο, αλλά αυτό το
ξεπερασμένο δεν μπορεί να το οικειοποιηθεί κανείς ούτε καν σαν θέαμα: ο έρωτας
κυλάει έξω από τον ενδιαφέροντα χρόνο. Δεν μπορεί να του αποδοθεί κανένα
ιστορικό, επιθετικό νόημα. Κατά τούτο είναι αισχρός ο έρωτας.
Στον
ερωτικό βίο, ο ιστός των συμβάντων χαρακτηρίζεται από απίστευτη ευτέλεια, και
τούτη η ευτέλεια, συνδυαζόμενη με τη μέγιστη σοβαρότητα, γίνεται κυριολεκτικά ανάρμοστη.
Όταν μου περνά στα σοβαρά από το μυαλό ν’ αυτοκτονήσω για ένα τηλεφώνημα που δεν
έρχεται, παράγεται μια αισχρότητα εξίσου σημαντική μ’ αυτήν που έχουμε στον
Σάντ, την στιγμή που ο πάπας σοδομίζει έναν διάνο. Αλλά η συναισθηματική
αισχρότητα είναι λιγότερο παράδοξη, πράγμα που την καθιστά περισσότερο ευτελή.
Τίποτε δεν μπορεί να ξεπεράσει σε απρέπεια τη στάση ενός υποκειμένου που
καταρρέει επειδή το «έτερον» του πήρε ένα ύφος απουσίας, «την στιγμή που υπάρχουν
ακόμη τόσοι άνθρωποι στον κόσμο που πεθαίνουν από πείνα* τόσοι λαοί που αγωνίζονται
σκληρά για την ανεξαρτησία τους, κτλ.».
Το
ηθικό τίμημα, που επιβάλλει η κοινωνία σ’ όλες τις παραβάσεις, πλήττει σήμερα
περισσότερο το πάθος παρά το σεξ. Οι πάντες θα κατανοήσουν το ότι ο X έχει
«τεράστια προβλήματα» με την σεξουαλικότητά του. Κανείς όμως δε θα ενδιαφερθεί
για τα προβλήματα που μπορεί να έχει ο Ψ με την συναισθηματικότητά του: ο έρωτας
είναι αισχρός κατά τούτο ακριβώς: επειδή βάζει το συναισθηματικό στην θέση του
σεξουαλικού. Ο τάδε «αισθηματίας γεροντομπεμπές» (Φουριέ) πού πεθαίνει αιφνιδίως,
τελώντας σε ερωτική κατάσταση, φαίνεται εξίσου αισχρός με τον πρόεδρο Φελίξ Φώρ
που ’παθε συμφόρηση στο πλευρό τής φιλενάδας του.
Η
ερωτική αισχρότητα είναι ακραία: τίποτε δεν μπορεί να την περισυλλέξει, να της
προσδώσει την ισχυρή αξία μιας παράβασης· η μοναξιά του υποκειμένου είναι
γεμάτη αμηχανία, στερημένη από κάθε διάκοσμο: κανένας Μπατάιγ δε θα χαρίσει μια
γραφή σε τούτη την αισχρότητα.
Το
ερωτικό κείμενο (μόλις και μετά βίας κείμενο) συντίθεται από
μικροναρκισσισμούς, από ψυχολογικές μικρότητες.
Στερείται μεγαλείου: ή,
πιθανόν το μεγαλείο του (αλλά, ποιος είναι αυτός που θα το αναγνωρίσει κοινωνικά;)
να έγκειται στο ότι αδυνατεί να συνδεθεί με οποιοδήποτε μεγαλείο, ούτε καν μ’ αυτό
που χαρακτηρίζει τον «ταπεινό υλισμό». Είναι, λοιπόν, ανέφικτη η στιγμή, κατά την
οποία το αισχρό μπορεί όντως να συμπέσει με την κατάφαση, το αμήν, το όριο του γλωσσικού οργάνου (καθετί αισχρό που δύναται να
δηλωθεί αυτό που είναι, δεν μπορεί πλέον να συνιστά τον έσχατο βαθμό
αισχρότητας: ακόμη κι εμένα που το δηλώνω εδώ, έστω και μέσα από το βλεφάριασμα
ενός σχήματος, με έχουν ήδη οικειοποιηθεί).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου