Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Το τέλος μιας σχέσης – The end of an affair

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ.  Κάθε έρωτας βιώνεται ως μοναδικός και το υποκείμενο αποκρούει την ιδέα να τον επαναλάβει αλλού, αργότερα. Μολοντούτο, μερικές φορές το υποκείμενο συλλαμβάνει μέσα του ένα είδος διάχυσης του ερωτικού πόθου. Καταλαβαίνει, τότε, πώς είναι προορισμένο να πλανιέται από έρωτα σέ έρωτα, ώσπου να πεθάνει.
  
Πώς τελειώνει ένας έρωτας; - Τί, λοιπόν τελειώνει κιόλας; Με δυο λόγια: κανείς - εκτός από τους άλλους - δεν ξέρει ποτέ τίποτε σχετικά με το ζήτημα αυτό. Ένα είδος αθωότητας συγκαλύπτει το τέλος του πράγματος αυτού που σχεδιάστηκε, επιβεβαιώθηκε και βιώθηκε με την προοπτική της αιωνιότητας.

 Ό,τι κι αν απογίνει το αγαπημένο αντικείμενο - είτε εξαφανιστεί είτε περάσει στην περιοχή της Φιλίας - εγώ πάντως δεν το βλέπω να εξαφανίζεται: ο έρωτας που τελείωσε ξεμακραίνει, περνά σ’ έναν άλλο κόσμο, σαν διαστημόπλοιο που παύει να εκπέμπει φωτεινά σήματα: το αγαπημένο πλάσμα, που αντηχούσε σαν βουή, ξαφνικά γίνεται μουντό (ο άλλος δεν εξαφανίζεται ποτέ όταν και όπως το περιμένεις).

Το φαινόμενο αυτό απορρέει από έναν καταναγκασμό, συστατικό του ερωτικού λόγου: εγώ (το ερωτευμένο υποκείμενο) δεν μπορώ μόνος μου να χτίσω ως το τέλος την ερωτική μου ιστορία: είμαι ο ποιητής (ο ραψωδός) αυτής της ιστορίας μόνο για την αρχή· το τέλος της, όπως και ο θάνατός μου, ανήκει στους άλλους - σ’ αυτούς ανήκει να γράψουν το σχετικό μυθιστόρημα, την εξωτερική, μυθική διήγηση.

Ενεργώ πάντα - ενεργώ πεισματικά, ό,τι κι αν μου λένε, όποιες κι αν είναι οι προσωπικές μου απογοητεύσεις, με την ιδέα πως ο έρωτας θα μπορούσε κάποτε να με γεμίσει πλήρως, σάμπως δηλαδή το Ύψιστο Αγαθό να ήταν εφικτό. Εξ ου αυτή η περίεργη διαλεκτική που κάνει τον έναν απόλυτο έρωτα να διαδέχεται ατάραχα τον άλλον απόλυτο έρωτα: θα μπορούσες δηλαδή να πεις πως, διά του έρωτα, ακριβώς, κατακτώ μια άλλη λογική (όπου το απόλυτο δε θα ήταν υποχρεωτικά μοναδικό), έναν άλλο χρόνο (από έρωτα σέ έρωτα ζώ κάθετες στιγμές), μια άλλη μουσική (αυτός ο ήχος, ο χωρίς μνήμη, ο αποκομμένος από κάθε κατασκευή, ο επιλήσμων του ό,τι προηγείται και του ό,τι έπεται, αυτός ο ήχος είναι καθαυτό μουσικός). Ψάχνω, ξεκινώ, δοκιμάζω, πάω παραπέρα, τρέχω, αλλά ποτέ δεν ξέρω ότι τερματίζω: για τον Φοίνικα δε λένε ότι πεθαίνει, λένε απλώς ότι ξαναγεννιέται (μπορώ, λοιπόν, να ξαναγεννηθώ χωρίς προηγουμένως να ’χω πεθάνει;).

Από την ώρα που δε νιώθω πλήρωση και δεν αυτοκτονώ, η ερωτική περιπλάνηση είναι μοιραία.

Η ερωτική περιπλάνηση έχει και τις κωμικές της πλευρές: μοιάζει με μπαλέτο, με ρυθμό λιγότερο ή περισσότερο γρήγορο, ανάλογα με την ταχύτητα του άπιστου υποκειμένου. Είναι όμως και μια μεγάλη όπερα. Ο καταραμένος Ολλανδός είναι καταδικασμένος να πλανιέται στις θάλασσες, ενόσω δε βρίσκει μια γυναίκα αιώνια πιστή. Είμαι αυτός ο Ιπτάμενος Ολλανδός* δεν μπορώ να σταματήσω να περιπλανιέμαι (ν’ αγαπώ).

Φταίει γι’ αυτό μια σφραγίδα παλιά, που με έταξε και με ορίζει, από τούς μακρινούς καιρούς των πρώτων παιδικών μου χρόνων, στο θεό Φαντασιακό, προικίζοντάς με με τη μάστιγα ενός ψυχαναγκαστικού λέγειν που με παρασύρει να λέω «σ’ αγαπώ» από λιμάνι σε λιμάνι, ώσπου κάποιος άλλος να βρεθεί να μαζέψει το λόγο αυτό και να μου τον επιστρέψει. Κανείς όμως δεν μπορεί να αναλάβει την ανέφικτη απάντηση (που χαρακτηρίζεται από μια αφόρητη οριστικότητα). Έτσι, η περιπλάνηση συνεχίζεται.

Στο μάκρος μιας ζωής, όλες οι ερωτικές «αποτυχίες» μοιάζουν μεταξύ τους (και δικαιολογημένα: απορρέουν όλες από το ίδιο ελάττωμα). Ο X κι ο Ψ δεν κατάφεραν (δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν) να ανταποκριθούν στη «ζήτησή» μου, να προσχωρήσουν στην «αλήθεια» μου. Δε μετακινήθηκαν ούτε σπιθαμή από το δικό τους σύστημα: για μένα, ο ένας απλώς επανέλαβε τον άλλον.

Κι ωστόσο, ο X κι ο Ψ δεν είναι συγκρίσιμοι* από τη διαφορά τους, πρότυπο μιας επ' άπειρον επανερχόμενης διαφοράς, αντλώ τη δύναμη να ξαναρχίσω. Η «διηνεκής μεταβλητότητα» που με εμφορεί, όχι μόνο δε συνθλίβει όλους όσους συναντώ, στοιβάζοντάς τους κάτω από τον ίδιο λειτουργικό τύπο (αυτός που δεν ανταποκρίνεται στη ζήτησή μου), αλλά καταλύει βίαια την πλαστή τους συνύπαρξη: η περιπλάνηση δεν ευθυγραμμίζει, η περιπλάνηση κάνει τα πράγματα να λάμπουν: αυτό πού επιστρέφει είναι η απόχρωση.

Φτάνω έτσι στην άκρη τής ταπετσαρίας, προχωρώντας από τη μιαν απόχρωση στην άλλη (η απόχρωση είναι αυτή η τελευταία κατάσταση του χρώματος πού δεν μπορεί να κατονομαστεί* η απόχρωση είναι το Άτρεπτο).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου