Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Εμπρός της γης οι πληγωμένοι



«Οι άνθρωποι αλλάζουν. Βλέπεις μετά από χρόνια κάποιον και δεν τον αναγνωρίζεις» Ναί.  Αλλάζουν οι άνθρωποι. Το παιδί όμως που κουβαλάνε μέσα τους δεν αλλάζει ποτέ. Μένει  κρυμμένο σε μια γωνιά της ψυχής και κάνει κουμάντο.

Μιλάμε για ένα πληγωμένο παιδί. Δημιούργημα μιας ηλικίας νηπιακής. Τότε ήταν που το βαθύ σκοτάδι επισκίασε μέρες ηλιόλουστες και ανέμελες. Ο ουρανός χλώμιασε και ήρθε η μπόρα.
Κρύωσε τόσο εκείνη την μέρα που η πνευμονία του κρατάει χρόνια και μένει να περιφέρεται μες την ζωή του ακόμα και τώρα. Είναι η τοτινή αρρώστια που προκαλεί τον τωρινό πόνο. Δεν είναι αισθητή, κάθε στιγμή, η παρουσία του αλλά δεν μπορείς να αγνοήσεις αυτόν τον πόνο με τίποτα, όταν κάτι θα ξύσει τις πληγές του. Οι πληγές του δημιουργήθηκαν από κάτι σκιές. Κάτι σκιές που επειδή εκείνο το παιδί – όπως όλα τα παιδιά του κοσμάκη – δεν είχε λεξικό τις μετάφρασε σε απόρριψη, περιφρόνηση, προδοσία, εγκατάλειψη, ενοχή και ό,τι άλλο.
Και τότε ήλθαν τα δάκρυα να οργώσουν τα παιδικά μάγουλα.
Κι έκλαψε πολύ ώρα. Ήταν για όλα. Έτσι όπως γίνεται σε αυτές της περιπτώσεις. Είναι να μην βρει χαραμάδα το παράπονο της ψυχής. Και το περίεργο είναι πως μπορεί να κάνει στάση και να ψηλαφίζει γεγονότα που δεν είναι τόσο σημαντικά. Μπορεί να κλάψεις περισσότερο για το σημάδι μιας γρατσουνιάς, παρά για τη χαρακιά μιας ακόμα βαθιά επουλωμένης (επουλωμένη;) πληγής.

Σε τι εξελίχθηκε εκείνο το πληγωμένο παιδί? Ούτε σε άνδρα ούτε σε γυναίκα! Σε έναν άνθρωπο γεμάτο πόνο. Σε ένα στερημένο ον. Σε έναν άνθρωπο που «τον μποδίζουν να βαδίζει!»
Ξέρετε, ο στερημένος δεν έχει μπέσα. Ακόμα και αν έχει, το μυαλό του είναι πως να τα φέρει βόλτα.  Το μόνο που προσπαθεί είναι…να υπάρχει! Μόνο αυτό του αρκεί. Ενώ ο χορτασμένος διαθέτει την πολυτέλεια να σκεφτεί. Να φκιάσει όραμα.
Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,
για να καθίσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.
Ο πόνος θέλει μια σκέψη.
Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει.
Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.
Πιο κοφτερός.
Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει,
ώσπου να σε ρημάξει…
Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ οχυρωμένοι τα βγάζουν πέρα.
Κι αυτό το ον δεν ήταν ποτέ τόσο δυνατό.
Και καθόλου οχυρωμένο.

Και τώρα που μεγάλωσε τούτο το παιδί τι μπορεί να κάνει? Τώρα που μεγάλωσες, παλληκάρι πρέπει να γενείς,  και μπορείς να είσαι εσύ ο γονιός του εαυτού σου, πρέπει να τον φροντίσεις ο ίδιος. Μπορείς να νανουρίσεις το πληγωμένο σου παιδί στην αγκαλιά σου.
Να του εξηγήσεις πως ναι, υπέφερε και ίσως υπέφερε παραπάνω απ’ όσο έπρεπε Πως θα πρέπει να μάθει να συγχωρεί, να μην είναι τόσο σκληρό με τους άλλους και με τον εαυτό του, πως δεν έφταιξε σε τίποτα και πως η βροχή που το αρρώστησε είναι κάτι που υπάρχει στην φύση και απλά τότε δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει.
Όμως τώρα δεν είσαι παιδί και πρέπει να δώσεις σε αυτό μέσα σου να καταλάβει όσα έμαθες μέχρι σήμερα, αλλάζοντάς του τις λανθασμένες πεποιθήσεις, σώζοντάς το.
Διότι χωρίς την βοήθειά σου κανένας άλλος δεν θα μπορέσει να το κάνει όσο και αν τον ψάξεις γύρω σου.
Για σένα ισχύουν τα λόγια του Βάρναλη, πως «αν είναι ο λάκκος σου βαθύς, χρέος σου είναι με τα χέρια σου να σηκωθείς».
Όσο για του άλλους, ισχύουν τα παρακάτω…
Ε, εσείς οι άλλοι, οι οχυρωμένοι…ναι, σε σας απευθύνομαι, στους δυνατούς. Βοηθάτε λίγο εκείνους τους πληγωμένους, εκείνους που αγωνίζονται να υπάρξουν κάπως…Μην αρκείστε μόνο να τους δείχνετε με το δάχτυλο το ορθό.
Να θυμόμαστε πάντα τούτο: Όταν δείχνεις το σωστό με το δάχτυλο τεντωμένο, γίνεται σφαίρα και τρυπάει την ψυχή. Το σωστό ξεγυμνωμένο έχει αγκάθια.

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Αν...


Κι έρχονται κάποιες βραδιές, μάλλον μελαγχολικές, που οι συνθήκες σε βάζουν να κάνεις τον απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής σου. Φέρνεις τότε στην μνήμη σου όλους όσους πέρασαν. Φίλους… Εχθρούς… Γνωστούς… Απλούς περαστικούς…Ακόμα και αυτούς, που δεν έβρισκαν τίποτα ενδιαφέρον στη δική τους ζωή κι επέλεξαν να βολτάρουν στη δική σου, μήπως και καταφέρουν να δώσουν νόημα στη δική τους. Σκέπτεσαι όλους αυτούς και τους μετράς.
Ο χρόνος δικάζει. Άλλοτε γράφει κι άλλοτε διαγράφει. Και το συμπέρασμα; Λίγοι είναι οι άνθρωποι που έμειναν κοντά σου ουσιαστικά. Που σε άντεξαν. Που νοιάζονται. Που σε αγάπησαν πραγματικά. Που παραμένουν συνοδοιπόροι στο  ταξίδι σου.
Είναι εκείνη η ώρα, εκεί κάπου στο τέλος του μετρήματος, που ομολογείς στον εαυτό σου: «Λίγοι…πολύ λίγοι!»
Και τότε, εντελώς αυθόρμητα, έρχεται εντός σου εκείνο το «αν»…
Αν πάντα η ψυχή μου ήταν καλοντυμένη και υποδέχονταν με ένα καλωσόρισμα κάθε καινούργια ιδέα…Αν το καράβι σου έφτανε από το λιμάνι της φαντασίας στο λιμάνι της πραγματικότητας χωρίς να χρειαστεί να «πετάξει» κανένα από τα αγαθά που φόρτωσε…Αν στην προβλήτα σε περίμεναν όλοι εκείνοι που αγάπησες με αγκαλιές και χειροκροτήματα…Αν δεν παρασυρόσουν τόσες φορές από ενθουσιασμούς και φρούδες ελπίδες και δεν έχανες την ρότα σου…Αν όλα αυτά που γυάλιζαν και τα μάζεψες με τόση αφοσίωση και στοργή ήξερες από την αρχή πως δεν ήταν χρυσάφι…Μπορεί και να το ξέρες, αλλά σε έφαγε η αναθεματισμένη η ουτοπία! Αν δεν είχες αφήσει την πόρτα της ψυχής σου ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι… Τι απερισκεψία κι αυτή. Πάντα τους ληστές τους περνούσες για κατατρεγμένους! Αν, ως μαθηματικός, ήσουν καλύτερος  μετεωρολόγος. Αν ήξερες να διαβάζεις εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπεις τις καταιγίδες…Αν δεν χαμογελούσες, με κείνο το ηλίθιο χαμόγελο, σ’ αυτόν που ερχόταν καταπάνω σου μ’ενα σουγιά… Λέγοντας «αποκλείεται! Άλλη θα είναι η πρόθεσή του». Αν είχες υψώσει έναν τοίχο για να προστατέψεις τη ζωή σου…Ένα ανάχωμα έστω. Μια ξερολιθιά. Αχ, αυτή η λάθος εκτίμηση… Ο υπερβάλλων ζήλος…Η περιττή γενναιοδωρία! Αν δεν είχες, τόσες φορές, μπερδέψει την ανατολή του ήλιου με την δύση του…Αν, αν, …, αν τόσα πράματα τα είχες κάνει αλλιώς…τότε ίσως οι «λίγοι» να τανε «πολλοί» τώρα.
Άντε καλέ, σιγά τώρα, έχει δίκιο ο Ελύτης…
«Αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα..
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα».

Ένα θέμα του «μεγάλου Άλλου»: Ειλικρίνεια, πόσο κοντά με την αγένεια?

…κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.

Θεωρώ ότι οι ειλικρινείς άνθρωποι έχουν αξιοπιστία, ακεραιότητα, ευθύτητα.
Υπάρχει όμως και κάποιο όριο στο πόσο ειλικρινά μπορείς να μιλήσεις σε κάποιον άνθρωπο. Υπάρχει όριο στο δικαίωμά σου να είσαι ειλικρινής.
Δεν είναι ειλικρίνεια, για παράδειγμα, να λες αφιλτράριστα τη γνώμη σου σε κάποιον για την εμφάνισή του.
Δεν είναι ειλικρίνεια να κρίνεις τις επιλογές ζωής κάποιου χωρίς καν να έχεις ερωτηθεί και που στην ουσία δεν σε αφορούν κιόλας.
Δεν είναι ειλικρίνεια να κατακρίνεις συμπεριφορές και ενέργειες άλλων και να εκφέρεις την άποψή σου χωρίς οι ίδιοι να στη ζητήσουν, διότι απλά δεν τους ενδιαφέρει.
Δεν είναι ειλικρίνεια η παρόρμησή σου να συμπεριφερθείς αναλόγως της κακής σου διάθεσης σε όποιον έχει την ατυχία να βρεθεί στο δρόμο σου τη συγκεκριμένη μέρα.

Θα μου πείτε: Μα ποιος ορίζει ρε φίλε, ποιος είναι ειλικρινής και ποιος αγενής? Μα ο μεγάλος Άλλος της γλώσσας, αγαπητέ. Αυτός ο μεγάλος Άλλος που υπάρχει σε όσα υποκείμενα τον διαθέτουν (γιατί υπάρχουν και υποκείμενα στα οποία είτε είναι απών είτε δεν είναι εμπεδωμένος). Αν δεν καταλαβαίνεις για ποιο πράγμα σου μιλώ είμαι πρόθυμος να σου εξηγήσω:

Ο μεγάλος Άλλος της γλώσσας

Για κάθε ομιλούν ον, η συμβολική τάξη, ο άγραφος νόμος της κοινωνίας, είναι η δεύτερη φύση του. Αυτή η τάξη ή, αν προτιμάτε, αυτός ο άγραφος νόμος εδώ, ελέγχει και κατευθύνει τις πράξεις μας. Είναι σαν όλοι εμείς, τα υποκείμενα της γλώσσας, να μιλάμε και να επιδρούμε ο ένας στον άλλον σαν μαριονέτες. Τα νήματα της ομιλίας, των δράσεων και των κινήσεών μας τα κινεί κάποια ακατανόμαστη δύναμη, πανταχού παρούσα.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι τα ανθρώπινα άτομα, είμαστε απλά επιφαινόμενα, σκιές χωρίς δύναμη πραγματικά δική μας; Μήπως η αντίληψη που έχουμε για τους εαυτούς μας, ότι δηλαδή είμαστε αυτόνομοι δρώντες οργανισμοί, αποτελεί κάποιου είδους ψευδαίσθηση την οποία έχουμε επειδή χρησιμοποιούμε τον εγκέφαλο μας; Μήπως είναι αυτή η ψευδαίσθηση που μας εμποδίζει να δούμε ότι είμαστε εργαλεία στα χέρια αυτής της συμβολικής τάξης –αυτού του «μεγάλου Άλλου» όπως θα τον ονομάσουμε στην συνέχεια– η οποία «τάξη» είναι κρυμμένη πίσω από την οθόνη, που κινεί τα νήματα;

Ναι, καταρχήν. Αλλά αυτό το απλουστευτικό σχήμα δεν φανερώνει αρκετές από τις ιδιότητες αυτού του λεγόμενου «μεγάλου Άλλου». Γι αυτό θα εξακολουθήσω για λίγο ακόμα τις εξηγήσεις μου.

Η πραγματικότητα των ανθρώπων συγκροτείται μέσα από 3 επίπεδα: Το Συμβολικό, το Φαντασιακό και το Πραγματικό. Αυτή η τριάδα μπορεί να αναπαρασταθεί πολύ καλά με το σκάκι. Ας φανταστούμε λοιπόν, μια σκακιέρα με όλα τα πιόνια τοποθετημένα στην θέση τους. Ας φανταστούμε ότι μορφολογικά όλα τα πιόνια είναι ίδια. Όμως πώς θα ξεχωρίζαμε τον ίππο από τον πύργο; Προφανώς από τον τρόπο κίνησης ή καλύτερα, από τον τρόπο που οι κανόνες του παιχνιδιού «επιβάλλουν» τις κινήσεις του ίππου σε διάκριση από εκείνες του πύργου. Ομοίως θα συνέβαινε και με τα υπόλοιπα πιόνια. Ο τρόπος της κίνησης λοιπόν, θα συμβόλιζε και το αντίστοιχο πιόνι. Αυτό είναι το Συμβολικό επίπεδο. Αυτό το επίπεδο διακρίνεται από το Φαντασιακό επίπεδο που σχετίζεται με τη μορφή και τα ονόματα που χαρακτηρίζουν τα διάφορα πιόνια (Βασιλιάς, Βασίλισσα, Πύργος, Ίππος κ.λπ.). Επίσης θα ήταν πολύ εύκολο να φανταστούμε το ίδιο παιχνίδι (ίδιους κανόνες, πάει να πει) με άλλα ονόματα και σύμβολα, όπως άλλωστε συνέβη όταν εφευρέθηκε το παιχνίδι στην Περσία, από ένα βραχμανό αυλικό στην αυλή του Σάχη, ονόματι Σίσσα, ο οποίος στη θέση των ίππων είχε τοποθετήσει ελέφαντες.
Τέλος, το Πραγματικό επίπεδο είναι το σύνολο των τυχαίων συγκυριών που επηρεάζουν τη ροή μιας παρτίδας: η ευφυΐα των παικτών, οι απρόβλεπτες παρεμβολές που μπορεί να διασπάσουν την προσοχή των παικτών, ενδεχόμενες αδιαθεσίες των παικτών κατά τη διάρκεια της παρτίδας και άλλα τινά.

Ο μεγάλος Άλλος, στον οποίο αναφέρθηκα, λειτουργεί σε συμβολικό επίπεδο. Τι αποτελεί αυτή την συμβολική τάξη;
Όταν μιλάμε (ή ακόμα και όταν ακούμε), δεν επικοινωνούμε απλά με τους άλλους. Με τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε αποδεχόμαστε και βασιζόμαστε σε ένα δίκτυο κανόνων και προϋποθέσεων.

Καταρχήν, υπάρχουν οι γραμματικοί κανόνες, τους οποίους πρέπει να μάθω να χειρίζομαι τυπικά και αυθόρμητα: αν έπρεπε διαρκώς να τους έχω κατά νου, τότε η ομιλία μου θα ήταν προβληματική.
Στην συνέχεια, υπάρχει η συμμετοχή μου σε ένα σύμπαν κοινών βιωμάτων, που επιτρέπει σε μένα και στο συνομιλητή μου να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Οι κανόνες που ακολουθώ σημαδεύονται από ένα βαθύ διχασμό: υπάρχουν κανόνες (και σημασίες) που ακολουθώ ασυναίσθητα, από συνήθεια, αλλά τους οποίους αν κάτσω να σκεφτώ μπορώ να τους συνειδητοποιήσω, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον (όπως οι κοινοί γραμματικοί κανόνες). Υπάρχουν κανόνες και σημασίες που ακολουθώ, σημασίες που με στοιχειώνουν, εν αγνοία μου (όπως οι ασυνείδητες απαγορεύσεις). Τέλος, υπάρχουν κανόνες και σημασίες που γνωρίζω, αλλά που πρέπει να παριστάνω ότι αγνοώ – βρόμικοι ή χυδαίοι υπαινιγμοί που τους αποσιωπώ, για να κρατήσω τα προσχήματα.
Αυτό το συμβολικό σύμπαν λειτουργεί ως μέτρο βάσει του οποίου μπορώ να μετρήσω τον εαυτό μου. Να γιατί ο μεγάλος Άλλος, συχνά, αποκτά «σάρκα και οστά» (υπόσταση, πάει να πει) ή προσωποποιείται στη μορφή ενός μοναδικού φορέα: ο Θεός που με βλέπει από ψηλά ή ο Σκοπός στον οποίο είμαι ταγμένος (η Ελευθερία, το Έθνος, η Ανθρωπότητα, το Προλεταριάτο, ο Κομουνισμός κ.λπ.). Όταν μιλώ, δεν είμαι ποτέ απλώς ένα άτομο, ένα ανθρώπινο ον που επικοινωνεί με άλλα ανθρώπινα όντα, με άλλα ανθρώπινα άτομα: ο μεγάλος Άλλος είναι πάντα παρών.

Όμως, παρότι έχει θεμελιακή δύναμη, ο μεγάλος Άλλος είναι εύθραυστος και εικονικός. Υπάρχει υποκειμενικά για τον καθένα μας και είναι εκεί, μόνο στο βαθμό που τα υποκείμενα (οι άνθρωποι δηλαδή) ενεργούν σαν να υπήρχε. Το καθεστώς που επιβάλλει είναι ανάλογο μιας ιδεολογικής αρχής όπως είναι ο Κομουνισμός, το Έθνος ή η Πατρίδα: αποκτά ουσία για τα άτομα που αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους σε αυτήν την ουσία. Αποτελεί το θεμέλιο της ύπαρξης τους καθώς και το σημείο αναφοράς τους. Για χάρη του τα άτομα μπορούν να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους.

Επομένως, η ουσία αυτή υπάρχει, έχει υπόσταση μόνο στο βαθμό που τα ανθρώπινα άτομα πιστεύουν σε αυτήν και ενεργούν ανάλογα.

Έτσι, όταν αναφέρομαι στις απόψεις των άλλων, δεν αναφέρομαι μόνο σε αυτό που εγώ ή οι άλλοι πιστεύουν, αλλά επίσης αναφέρομαι και σε αυτό που ο απρόσωπος κάποιος πιστεύει. Όταν παραβιάζω κάποιον κανόνα καλής συμπεριφοράς, δεν κάνω ποτέ απλώς και μόνο κάτι που η πλειονότητα των άλλων δεν κάνει – κάνω κάτι που ο απρόσωπος κάποιος δεν κάνει.

Αυτός ο μεγάλος Άλλος ή αλλιώς, η συμβολική τάξη, αναδύεται μέσα από τη γλώσσα. Τη στιγμή που οι άνθρωποι αποκτούν τη γλώσσα, από την στιγμή αυτή και μετά «άρχεται η βασιλεία» του μεγάλου Άλλου. Η γλώσσα είναι ένα δώρο για τον άνθρωπο. Ένα δώρο τόσο επικίνδυνο όσο ο Δούρειος Ίππος για τους Τρώες: μας προσφέρεται μεν δωρεάν, αλλά από τη στιγμή που θα το δεχτούμε μας εποικίζει.  

Τελικά…
Η ειλικρίνεια φίλε μου είναι ιερή, είναι από τις σπουδαιότερες αρετές που έχει ο άνθρωπος. Χρειάζεται κότσια για να μιλάς ειλικρινά και να είσαι απόλυτα αληθινός με τους άλλους. Χρειάζεται κότσια για να παραδέχεσαι τα λάθη σου, να αναγνωρίζεις που έφταιξες και να ζητάς συγνώμη. Χρειάζεται επίσης τεράστιο θάρρος για να υποστηρίζεις τις επιλογές σου και τις απόψεις σου. Χρειάζεται θάρρος για να λες στους ανθρώπους σου την πραγματική αλήθεια, ακόμα κι όταν αυτή δεν είναι αρεστή. Έχει όμως κάποιο νόημα, έναν σκοπό. Να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από κάτι που του κάνει κακό και τον φθείρει ή να τον ωθήσει να εξελιχθεί σε καλύτερο άνθρωπο.

Η ειλικρίνεια που αποσκοπεί σε απλές προσβολές και το μοναδικό πράγμα που επιτυγχάνει είναι να πληγώνει συναισθήματα και να καταρρακώνει εγωισμούς και αυτοπεποιθήσεις, δεν θα έπρεπε να ονομάζεται ειλικρίνεια, αλλά αγένεια.